άφησε εμένα να σε ψάξω

εγώ δεν ήθελα μια ήσυχη ζωή

…….

ένα γκρίζο σύννεφο

σκέπασε τον μπλε ουρανό

και γέμισε ο κόσμος σκιές

κι έβρεξε

και πλημμύρισα ήχους

Advertisements

Εκείνο

Μέχρι να συμβεί παραπονιέσαι που δεν συμβαίνει

κι όταν συμβεί παραπονιέσαι που συνέβη.

Ποιο?

Ο έρωτας.

Κι εγώ -κι εσύ- έξω από αυτόν.

Γιατί?

Για μια λέξη μόνο.

Ποια?

Εκείνο.

Ζήλεψες?

Ναι.

Ενοχές που σου κάνουν το μυαλό κουρέλι και το στομάχι κόμπο.

Κλείνεσαι σπίτι, βουλιάζεις στο κρεβάτι και περιμένεις ένα τέλος.

Κι αρχίζουν να έρχονται το ένα τέλος μετά το άλλο.

Νυχτερινό

μ’ αποχαιρέτησες

μ’ ένα φιλί

χαμογελούσες 

όπως κάθε άλλη φορά

μόνο που ήταν η τελευταία

μου είπες να μην κλάψω

κι εγώ στο υποσχέθηκα

μα μόλις γύρισες την πλάτη

έχυσα μια θάλασσα στη θάλασσα

γιατί το τέλος γυρισμό δεν έχει

Απλώς αμυγδαλίτιδα

Μες το κατακαλόκαιρο και πάνω που αποφάσισες -από Δευτέρα- να πας γυμναστήριο ανεβάζεις πυρετό 39 -ακατέβατο, πονάνε τα κόκαλά σου και οι αμυγδαλές σου έχουν γίνει σαν μπαλάκια του τένις! Αναστατώνεσαι βραδιάτικα, αναστατώνεις και τον Άκη. Πηγαίνεις στο νοσοκομείο, στα επείγοντα. Προφανώς και δεν υπάρχει κάποιος να σου πει που να απευθυνθείς ή που να περιμένεις. Μπαίνεις χύμα μέσα στην αίθουσα των επειγόντων περιστατικών όπου εξετάζονται άλλοι ασθενείς με ανοιχτές κουρτίνες, στέκεσαι σαν χάνος και περιμένεις μέχρι να σε προσέξει κάποιος.

«Τι έχετε?»  

«Πυρετό και πονάει ο λαιμός μου.»

«Γιατί?»

Σηκώνω τους ώμους -αν ήξερα δεν θα ήμουν εδώ!

«Μάλιστα, περάστε έξω και θα σας φωνάξουμε.»

Πως θα με φωνάξει? Κοπελιά με τον πυρετό?

Περιμένω μία ώρα κι ένα τέταρτο! Φυσικά δεν με έχουν φωνάξει. Ξαναμπαίνω μέσα.

«Είπα θα σας φωνάξω! Πως σας λένε?»

Οκ, τώρα πήρε το όνομα, έχω μία ελπίδα παραπάνω. Μετά από κανένα μισάωρο με φωνάζει. Κοιτάζει το λαιμό.

«Αμυγδαλίτιδα. Μην ανησυχείς, θα πάρεις μια αντιβιωσούλα και θα είσαι μια χαρά.»

Πηγαίνεις σ’ ένα εφημερεύον φαρμακείο μιας και είναι αργά. Η αντιβιωσούλα είναι 2 κουτιά των 20 ευρώ, το σύνολο 40! Μετά την αμυγδαλίτιδα ακολουθεί εγκεφαλικό. Τέλος πάντων την παίρνεις και για να γλιτώσεις κάποια χρήματα μπαίνεις σε μια διαδικασία που λέγεται «γράφω τα φάρμακα» διαρκεί περίπου 3 ώρες και προκαλεί νευρικές διαταραχές!

Ακολουθείς την θεραπεία 2 εβδομάδων. Όταν ολοκληρωθεί είσαι χαρούμενος που έγινες καλά! Χα! Μετά από 2 ημέρες που έχεις σταματήσει την αντιβίωση πρήζονται ξανά οι αμυγδαλές σου και δεν μπορείς να καταπιείς το ίδιο σου το σάλιο. Μιλάμε για πόνο! Ξανά-μανά στο νοσοκομείο. Το ίδιο σκηνικό με την αναμονή κλπ. Λες το ιστορικό της κατάστασης στον γιατρό.

«Δεν έχεις τίποτα. Μια μικρή αμυχή και είναι ερεθισμένος ο λαιμός. Πάρε παυσίπονα και γαργάρες.»

«Γιατρέ, πονάω!»

«Κάνε αυτό που σου λέω και θα περάσει.»

Περνάνε πέντε μέρες ακολουθώντας τις οδηγίες, κοντεύεις να γίνεις κοτόπουλο από τα παυσίπονα αλλά και χωρίς αυτά δεν μπορείς ούτε νερό να πιείς.

Ξανά λοιπόν στο νοσοκομείο. Αυτή τη φορά έχεις βάλει μέσον! Σίγουρα έχεις γλιτώσει την αναμονή! Κάνεις αυτό που έπρεπε να έχει κάνει από την πρώτη φορά ο γιατρός. Μικροβιολογικό τεστ για την ανίχνευση του μικροβίου. Ανακαλύπτεις ότι ο γιατρός την πρώτη φορά σου έδωσε ελαφρά τη καρδία λάθος αντιβίωση. Βρίζεις! Έχεις επιβαρύνει τον οργανισμό σου με άχρηστα φάρμακα, το πρόβλημά σου δεν λύθηκε, έχει πάει 1 μήνα πίσω η μελέτη μονωδίας. Ακόμη άκρη δεν έβγαλες. Αναμονή άλλες 4 μέρες για τα αποτελέσματα της μικροβιολογικής εξέτασης που -ελπίζεις ότι- θα ορίσει την κατάλληλη θεραπεία.

Κι αναρωτιέσαι τις πταίει..? Ο γιατρός που σε προσπέρασε στο ντούκου, το κράτος και το σύστημα υγείας, ή εσύ που δεν είχες λεφτά να πας σε ιδιώτη..? Τις..?

Τουλάχιστον ξεκίνησες yoga και pilates. 

Σαν σήμερα

– Χρόνια πολλά!

– Ευχαριστώ!

– Θα σε δω?

– Γιατί όχι?

Πλησιάζω.

– Θες να έρθω εγώ να σε βρω ή εσύ?

– Το ίδιο μου κάνει.

– Έλα εσύ.

Φτάνω.

Χτυπάω το κουδούνι. «Τώρα». Γυρνάει το κλειδί, τρίζει, σαν να ανοίγει κελί που μέσα ζουν φυλακισμένοι. Ανοίγει η πόρτα. Είναι εκείνος. Λιγάκι διαφορετικός. Ξυρίστηκε κι έκοψε τα μαλλιά του λίγο πιο κοντά από όσο συνηθίζει. Φοράει μια χακί, κοντομάνικη μπλούζα και είναι λίγο ιδρωμένος.

– Άργησες.

– Έχασα το λεωφορείο.

Κάθομαι στην γωνιά του καναπέ. Έρχεται κοντά μου. Στερεώνει το κεφάλι μου ανάμεσα στις παλάμες του έτοιμος να φιλήσει τα χείλη μου. Με μια μάλλον αμήχανη παρά αδέξια κίνηση γυρνάω το κεφάλι μου.

– Θες να πιείς κάτι?

– Νερό.

Τώρα μιλάμε για ταξίδια, διακοπές και καλοκαίρια. Όλα αδιάφορα.  

Σιωπή.

Απλώνει το χέρι του, χαϊδεύει την πλάτη μου.

– Και πόσες μέρες μείνατε στην Α.?

Τώρα μιλάμε και πάλι. Σπάμε τη σιωπή. Η σιωπή είναι αμήχανη. Και για τους δυο μας. Μου δείχνει φωτογραφίες από τα ταξίδια στον υπολογιστή. Σηκώνεται κι έρχεται από πίσω μου. Χαϊδεύει τα χέρια μου, τα μαλλιά μου, τον λαιμό μου. Ανασηκώνω τους ώμους μου.

– Τι, τρόμαξες?

– Όχι, γαργαλιέμαι. (ψέμα, ξέρει ότι δεν γαργαλιέμαι)

Συνεχίζει…

Σιωπή.

– Πήγα στη θάλασσα σήμερα, έχει πολλή ζέστη.

Τώρα μιλάμε για τη θάλασσα. Βγαίνει στο μπαλκόνι. Εγώ όχι.

– Έλα να δεις τι όμορφη που φαίνεται η θάλασσα από εδώ.

Πάω. Στέκομαι δίπλα του. Όχι πολύ κοντά. Με πλησιάζει. Με γυρνάει προς το μέρος του.

Με αγκαλιάζει σφιχτά. Το αυτί μου ακουμπάει στο στήθος του. Ακούω τους παλμούς του. Δυνατοί. Γρήγοροι. Ανήσυχοι. Με σφίγγει μέσα στην αγκαλιά του.

Σιωπή.

– Μου έλειψες.

Δεν μιλάω. Με φιλάει. Φιλιόμαστε καθώς σιγά-σιγά μπαίνουμε μέσα στο σπίτι.

– Τι κάνουμε?

– Τι κάνουμε?

– Δεν ξέρω! Τι κάνουμε?

– Έρωτα.

Σιωπή.

Συνεχίζουμε αγκαλιασμένοι με τα χείλη σφραγισμένα. Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι.

– Γιατί?

– Τι γιατί?

– Γιατί το κάνουμε αυτό?

– Ποιο?

– Ε, αυτό!

– Δεν θέλεις?

Δεν απαντώ.

Μετά…

– Θέλεις νερό?

– Ναι.

Αφήνει το ποτήρι πίσω στην κουζίνα.

– Άναψα τον θερμοσίφωνα.

Σηκώνω αδιάφορα τους ώμους. Ξαπλώνει δίπλα μου.

Σιωπή.

– Μούσκεμα τα κάναμε… τα σεντόνια.

Χαμογελάω.

– Μου δίνεις τα γυαλιά απ’ το κομοδίνο?

Του τα δίνω σιωπηλή.

Τώρα δεν μιλάμε. Κάθομαι στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Απλώνει το χέρι του να πιάσει το δικό μου. Τώρα δεν μιλάμε. Αγγίζουμε ο ένας την παλάμη του άλλου και είναι σαν ηλεκτροφόρα καλώδια. Διασταυρώνονται τα αμήχανα βλέμματά μας που και που.

Τώρα δεν μιλάμε. Με τραβάει κοντά του. Είναι αναστατωμένος. Χαϊδεύει απαλά την πλάτη μου. Τώρα δεν μιλάμε.

Κοιτάζω την ώρα: 21.17.

– Τι ώρα θα φύγεις?

– Τώρα.

– Φύγε με το επόμενο.

Δεν απαντώ.

Ντύνομαι γρήγορα. Με φιλάει γυμνός στην πόρτα.

– Χρόνια πολλά και καλά.

Φεύγω.

Έφυγα.

Από το «Crave» της Sarah Kane

    Σαν ν’ αδειάζει η φωτιά από μέσα μου, σαν ν’ αδειάζουν τα μέσα μου

   Πέθανε κάποια που δεν είναι νεκρή

   Ερωτεύτηκες κάποιον που δεν υπάρχει?

   Μόνο τότε είσαι πανίσχυρος, όταν μάθεις καλά πόσο ανίσχυρος είσαι

   Αν ερχόταν ο έρωτας

   Μια επιθυμία υπό πίεση

   Και τι σκατά μπορεί να μ’ ενδιαφέρεις εσύ

   Κανένας δε με συγκινεί τώρα πια

   Ανάμεσα στα κτήρια. Κάθε νύχτα. Κοιμάται η απουσία

   Φαίνεσαι αρκετά ευτυχισμένος γι’ άνθρωπος που δεν είσαι

   Μαζί σου με δένει μόνο η ενοχή

   Άκου. Εγώ είμαι εδώ μόνο για να θυμάμαι. Το’ χω ανάγκη να… να θυμάμαι. Έχω μια θλίψη και δεν ξέρω γιατί

   Είμαι μόνος, τόσο μόνος γαμώτο μου

   Φταίει αυτή η γυναίκα με τα έρημα μάτια, που θα μ’ έκανε να πεθάνω για χάρη της

   Λάτρευα όσα κομμάτια σου μ’ άφηνες να δω

   Η γυναίκα με τα μάτια του δράκου

   Η κατάθλιψη δεν είναι αρκετή. Μια καθολική συναισθηματική κατάρρευση είναι το ελάχιστο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει γιατί τους πρόδωσες όλους

   Η διέξοδος του δειλού

   Μόνο η αγάπη μπορεί να με σώσει κι η αγάπη με ρημάζει

   Πέρα από τα όρια της ανοχής – πέρα από τα όρια της ενοχής

   Ορκίζεται να πνίξει το μυαλό μου στο τίποτα

   Η καρδιά μου είναι κούφια γεμάτη σκοτάδι

   Ο πόνος μου δεν είναι τίποτα μπροστά στον δικό της

   Μάτια, ψίθυροι, ίσκιοι, σκοτάδια

   Ο θάνατος είναι εραστής μου και θέλει συμβίωση

   Κανένας δεν μπορεί να με σιχαθεί πιο πολύ απ’ όσο σιχαίνομαι εγώ τον εαυτό μου

   Γιατί κανείς δεν μου κάνει έρωτα όπως θέλω να μου κάνουν έρωτα?

   Τον σιχαίνεται τον εαυτό της, σιχαίνεται και τα’ άντερά της και παρακαλάει, παρακαλάει, παρακαλάει να συμβεί κάτι που να κάνει τη ζωή ν’ αρχίσει

   Μπορείς ν’ αυτοκτονήσεις μόνο αν δεν είσαι ήδη νεκρός

   Μη μου γεμίζεις το στομάχι αν δεν μπορείς να μου γεμίσεις την καρδιά

   Μου γεμίζεις το κεφάλι μου όπως θα το γέμιζε μόνο ένας απών

   Η ζωή δεν έχει ούτε έναν επιζόντα

   Κι ούτε ένας δεν ξέρει τι θα πει νύχτα

   Ακούς φωνές καμιά φορά?

   Μόνο όταν μου μιλούν

   Κουρασμένες ψυχές, στόματα στεγνά

   Είμαι πολύ πιο θυμωμένη απ’ όσο νομίζεις ρε γαμώτο

   Όλη αυτή η εντελώς προβλέψιμη και αηδιαστική ματαιότητα που είναι η σχέση μας

   Μην κοιτάζεις τον ήλιο

   Αυτό που ώρες – ώρες γελιέμαι και το λέω έκσταση είναι απλώς η απουσία θλίψης

   Υπήρξαμε πολλά πράγματα, αλλά δεν θα ‘λεγα ότι υπήρξαμε ποτέ ερωτευμένοι

   Ένας ύπνος μακρύς και βαθύς μ’ εσένα αγκαλιά

   Το κορμί μου το γιάτρεψε, την ψυχή μου δεν μπορεί να τη γιατρέψει