Χορδές

Λευκές, συρμάτινες χορδές

στον ουρανό χαμένες…


Έτσι απαλά μ’ ακουμπούν,

και αργοπεθαίνουν

αναζητώντας παθιασμένες

λίγο ακόμη ουρανό.

Advertisements

Ιδέα

Τι γεύση θα έχει το όνομά σου,

καθώς θα σε ψιθυρίζουν αχνά τα χείλη μου μες στο σκοτάδι;

Τι υφή θα τυλίγει την αγκαλιά σου;

Τι χρώμα θα νυχτώνει στο βλέμμα σου;

Καστανοκόκκινο-σαν ρίζα άγριας τριανταφυλλιάς;

 


 

 

 

Πως θα μυρίζουν οι σκέψεις σου;

Πως θα ανθίζεις τ’ ανοιξιάτικα βράδια;

Πως θα χαμογελάς αύριο;

Σαν τον ανθό της πέτρας

ή σαν μολυβένιος καθρέφτης;

 


 

 

 

Κι εγώ, μια στάλα πόθου βυθισμένη στο δικό σου ποτήρι,

πολιορκημένη από μια Ιδέα, άρρηκτα ενωμένη με τη σκιά μου…

Ψηφίδες Χρόνου

Στον τόπο όπου παγώνει ο χρόνος, βλέπει κανείς εραστές να φιλιούνται στις σκιές των κτηρίων, σε έναν κρυσταλλωμένο εναγκαλισμό που δεν θα χαλαρώσει ποτέ. Ο αγαπημένος δεν θα πάρει ποτέ τα χέρια του από εκεί όπου βρίσκονται τώρα, δεν θα επιστρέψει ποτέ το φυλαχτό των αναμνήσεων, δεν θα ταξιδέψει ποτέ μακριά από την αγαπημένη του, δεν θα ξεχάσει ποτέ να της εκφράσει την αγάπη του, δεν θα ζηλέψει ποτέ, δεν θα ερωτευθεί ποτέ κάποια άλλη, ποτέ δεν θα χάσει το πάθος τούτης της χρονικής στιγμής.

Ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα μαρμαρωμένα αγάλματα φωτίζονται μόνο από το πιο αχνό κόκκινο φως, επειδή στο κέντρο του χρόνου το φως ελαττώνεται σχεδόν ως το τίποτε, οι ταλαντώσεις του επιβραδύνονται ως την ηχώ που αντιλαλεί σε απέραντα φαράγγια, η έντασή του μειώνεται ως το ξέθωρο λαμπύρισμα μιας πυγολαμπίδας.

Όσοι δεν έφτασαν στο νεκρό σημείο κινούνται μεν αλλά με το ρυθμό των παγετώνων. Ένα χάιδεμα στα μαλλιά ίσως διαρκέσει ένα χρόνο, ένα φιλί ίσως κρατήσει μία χιλιετία. Όσην ώρα διαρκεί ένα χαμόγελο, οι εποχές εναλλάσσονται στον έξω κόσμο. Όσην ώρα διαρκεί ένα αγκάλιασμα, γέφυρες ορθώνονται. Όσην ώρα διαρκεί ένας αποχαιρετισμός, πολιτείες ολόκληρες αποσαρθρώνονται και περνούν στη λήθη.

. . . .

Ποιός άραγε έρχεται για προσκύνημα στο κέντρο του χρόνου;”


(απόσπασμα από το βιβλίο “ψηφίδες χρόνου”, βασισμένο σε αποσπάσματα από το βιβλίο “τα όνειρα του Α’ι’νστάιν”)



Φαντάσου, να άγγιζες το κέντρο του χρόνου, μια δυστυχισμένη στιγμή.


Ευτυχώς, που ο χρόνος κυλά…

Καπελάκι

Πιο μόνη απ’ τη μοναξιά,

σ’ ένα δωμάτιο πιο σκοτεινό απ’ τη νύχτα,

η μουσική σου,

μου ψιθυρίζει μνήμες.

Εγώ, σκέφτομαι

το καπελάκι

του πλανόδιου μουσικού, που διέσχιζε τη Τσιμισκή,

φορτωμένος μια μελωδία στη πλάτη του.

-ανοιχτό καφέ, σκούρο μελί-

Μου θύμισε το χρώμα των ματιών σου.

Δυο υπέροχα μάτια, που έχω πέντε μήνες να αντικρίσω.

Δυο μάτια, που κλείσαν τα βλέφαρά τους πια για μένα.

Απόψε, μου λείπεις πιο πολύ από ποτέ,

κι είναι τα δάκρυά μου

που καιν τα χείλη μου και τη ψυχή μου.

Δε θα σε ξεχάσω,

μονάχα,

θα συνηθίσω την απουσία σου.

Μελωδία

Υπάρχει ένα δωμάτιο, στην άκρη της πόλης,

πλημμυρισμένο από μια υπέροχη μελωδία.

Μέσα, η απουσία, ζωγραφισμένη στο σκοτάδι.


Η μελωδία, όμως, δεν παύει να χορεύει

στο ρυθμό της αγάπης μου για σένα….

ολομόναχη, αγκαλιά με το άρωμά σου….

Το Φιλί

Το πρώτο μας φιλί

είχε γεύση μπύρας…και αμηχανίας,

ήταν απαλό, υγρό, μεθυστικό,

γεμάτο αυθορμητισμό και έρωτα.


Εσένα, δε σου άρεσε.

Εγώ, φοβάμαι μήπως το ξεχάσω.

Ηδονική οδύνη

Ήρθες, χθες, στ’ όνειρό μου,

έκλεισες το χέρι μου στις παλάμες σου,

το έφερες στα χείλη σου…


-σε αγγίζω-


Μου

χάρισες

τη πιο γλυκιά έξαψη,

τη πιο οδυνηρή ηδονή,

τη πιο ηδονική οδύνη.