Καλά τον έκανες

Τον συναντώ στη γωνία που οδηγεί στο ΚΤΕΛ Γιαννιτσών. Χωρίς να σκεφτώ, σχεδόν αυτόματα, τραβάω τη σκανδάλη. Πέφτει νεκρός. Αναστατωμένη πασχίζω να χαθώ μέσα στο πλήθος. Ένοχη φαίνεται ότι είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα, άγνωστη σε μένα. Τυχαία βρέθηκε εκεί.

Φτάνω σπίτι. Κλείνομαι στο εφηβικό μου δωμάτιο, κάθομαι στο πάτωμα, όπως ακριβώς τότε, που με έπεισε για την αλήθεια των λεγομένων του, με ένα μακρινό τηλεφώνημα.

Τι έκανα; Οι άνθρωποι που τον αγαπούν θα πονέσουν πολύ – μαζί τους κι εγώ; Αδύνατον να σκεφτώ καθαρά. Από τη μια, η λογική. Κλαίω. Φοβάμαι. Λυπάμαι. Τρέμω. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Οι συνέπειες. Από την άλλη, ο παραλογισμός. Δεν μπορεί να κάνει πλέον τίποτα!

Εξομολογούμαι στη μαμά και στην αδερφή μου τι είχα κάνει. Εισπράττω βλέμμα επικριτικό, αρχικά. Έπειτα, όσο φτάνει στο τέλος η αφήγηση, το βλέμμα αυτό γίνεται συγκαταβατικό και σύμφωνο με την ενέργειά μου. “Καλά τον έκανες!” Απίστευτο να το ακούς.

Εκκωφαντική βροντή.

Βδομάδες – μήνες αργότερα, κάθεται στον καναπέ της Τ. Στεφανίδου. Θέμα; Η περιπέτεια και η ζωή του.

Τ.Σ.: Για πες μας πως ήταν η Τ. (πρώην)

Αυτός: Α, η Τ. ήταν “θεογκόμενα”!

Τ.Σ.: Και μέχρι να γνωρίσεις την αγαπημένη σου Ρ. δεν υπήρξε κάποια άλλη στη ζωή σου;

Αυτός: Όχι. Καμία!

Ξύπνησα. Η ανάσα μου γοργή. Τα χέρια μου μουδιασμένα. Το πρόσωπό μου παραμορφωμένο, φυλακισμένο σε μια έκφραση τρόμου που με έχει καταλάβει.

(διευκρίνιση: δεν έχει σκοτωθεί κανείς και δεν βλέπω Στεφανίδου)

Advertisements

Πορτραίτο

Τα μαλλιά σου μακριά, καστανά, ατημέλητα.

Δυο αφέλειες ξεγλιστρούν, σκύβουν και φιλούν

τις σκληρές γωνίες του προσώπου σου.

Για κάποιο λόγο ακαθόριστο, θυμίζουν κυπαρίσσια.

Στα χείλη σου ζωγραφισμένο ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα

-σα να’σουν κάποια Μόνα Λίζα-

Στο μέτωπό σου μια γραμμή σοφίας,

που χάραξε ο χρόνος, μια νύχτα.

Τα φρύδια σου, ελαφρώς σουφρωμένα,

μοιάζουν να γυρεύουν μιαν αλήθεια,

που εσύ ονομάζεις αναζήτηση.

Στα μάγουλά σου σχηματισμένη μια γοητευτική κοιλάδα,

μέσα της θέλω να χαθώ… και να σε βρω.

Οσμίζεσαι ανέμους σιωπηλούς.

Τα μεγάλα σου μάτια με κοιτούν,

μέσα από ένα τετράγωνο,

γεμάτα έρωτα κι απαξίωση,

κρύβοντας μια υπόσχεση δακρυσμένη.

Από πίσω ένα πορτατίφ, που το φως του αναπαύεται.

Μια εικόνα εύθραυστη…

Ακούω την αγάπη

Περασμένα μεσάνυχτα Δευτέρας, μια δροσερή νύχτα από αυτές, που δεν θέλεις να τελειώσουν ποτέ. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή, ώστε να απολαμβάνω τον «ήχο».


Δύο-τρία τζιτζίκια τραγουδούν κι ανάμεσά τους ένας γρύλος.(trio-quarteto)

Τα γειτονάκια μου, μιλούν ρώσικα στο μπαλκόνι τους, με ένα κρύφο staccato στη φωνή.

Κάπως innocente ζωγραφίζεται η μουσική από τα μπαράκια της Συγγρού και της Βαλαωρίτου.

Μια σειρήνα -ασθενοφόρο, περιπολικό ή πυροσβεστική, ποιός ξέρει;- στο βάθος του δρόμου σκεπάζεται από τον furioso ήχο μιας μηχανής, που καλπάζει γεμάτη αυθορμητισμό.

Η διπλανή έχει βάλει στο repeat το “Nights in white satin”, ενώ ο τσιγαρόβηχάς της επαναλαμβάνεται με ένα διπλό ή τριπλό “γκουχου”, το οποίο εξασθενεί σταδιακά. (diminuendo)

Κάποιος καλεί το ascenseur -ευτυχώς δεν είμαι μέσα, ώστε να ακούσω τον εκκωφαντικό κρότο που πλάθουν οι αυτόματες πόρτες, όταν ανοίγουν.

Από πάνω ακούγονται βήματα, ελαφρώς μεθυσμένα, 1-2-3, 1-2-3. Χορεύουν waltz;

Ένας σωλήνας τρέχει, σαν ρυάκι που χύνεται σε ποτάμι.

Ένα αεροπλάνο περνά πάνω απ’το κεφάλι μου, για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο “Μακεδονία”. Πίσω του αφήνει ήχο σίγουρο για το που οδηγεί αυτή η νότα. (alla marcia)

Από κάποια αίθουσα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης ένα νυχτερινό του Chopin για πιάνο, πλυμμηρίζει τον αέρα -μελετά κάποιος ή προσπαθεί να αγγίξει την ψυχή μου; (con anima)

Το πάθος δύο εραστών από την απέναντι οικοδομή, όπου χαρίζει ο ένας στον άλλο την ηδονή της ανάσας, που ολοένα γίνεται πιο έντονη και γρήγορη για να κορυφωθεί και να σβήσει. (appassionato)

Ένα κουνούπι, μοιράζεται τα μυστικά του μαζί μου, ψιθυρίζοντάς τα με έναν εξομολογητικό τόνο.(pianissimo)

Τα αυτοκίνητα που απόμειναν στο δρόμο. Μια κόρνα.

Η συνομιλία δύο σκύλων, που χάνεται στην απόσταση.(fade out)


Πάνω (ή κάτω) από όλα αυτά ακούγεται μια υπόκωφη βοή. Αν ήμουν σε νησί θα έλεγα πως είναι τα κύματα που σκαν στη ακροθαλασσιά. Όμως, είναι ο άνεμος που χορεύει ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων.

Κι εγώ, παραδομένη, αφουγκράζομαι την έκσταση, ακούω την αγάπη.

Δάσος

Τα χείλη σου γαντζωμένα στα δικά μου

γυρεύουν ένα κόκκινο χρώμα.


Διψάω…


Η ψυχή μου αναζητά την φωνή σου.

Χάρισέ μου μια σου νότα.


Άφησέ με να δαγκώσω την ανάσα σου,

που απλώς φαντάζομαι  -γιατί δε γνώρισα-

πως μου ζεσταίνει ηδονικά το λαιμό…


…κι έπειτα, γλιστρά και χάνεται

-μαγικά-

σαν κερί που έσβησε μονάχο σ’ένα δάσος

ή σαν ρόδο που στον άνεμο τα πέταλα σκορπά

σα να’τανε φιλιά που δε δώθηκαν ποτέ.


Κι αν μεσ’τα μάτια σου φωλιάζει πυρωμένο βλέμμα,

ας είναι η φωτιά του που θα με κάψει, κι ας καώ.