Δάσος

Τα χείλη σου γαντζωμένα στα δικά μου

γυρεύουν ένα κόκκινο χρώμα.


Διψάω…


Η ψυχή μου αναζητά την φωνή σου.

Χάρισέ μου μια σου νότα.


Άφησέ με να δαγκώσω την ανάσα σου,

που απλώς φαντάζομαι  -γιατί δε γνώρισα-

πως μου ζεσταίνει ηδονικά το λαιμό…


…κι έπειτα, γλιστρά και χάνεται

-μαγικά-

σαν κερί που έσβησε μονάχο σ’ένα δάσος

ή σαν ρόδο που στον άνεμο τα πέταλα σκορπά

σα να’τανε φιλιά που δε δώθηκαν ποτέ.


Κι αν μεσ’τα μάτια σου φωλιάζει πυρωμένο βλέμμα,

ας είναι η φωτιά του που θα με κάψει, κι ας καώ.

Advertisements