Θυμός

Πρέπει να φύγει, να τον διώξω, με κούρασε.

Για να φύγει, πρέπει να βρω το με ποιόν.

Όταν το βρω, πρέπει να ανακαλύψω το γιατί.

Από ποιόν πάω να κρυφτώ?

Μαζί μου και μαζί σας.

Γιατί σας επέτρεψα και γιατί δεν διστάσατε.

Μα τώρα δεν μπορώ να φωνάξω,

μόνο να το καταπιώ.

Και καταπίνω γουλιά – γουλιά το θυμό.

Κι αυτός πνίγει τη φωνή μου, καίει τα μάτια μου.


»Και δεν έχεις ιδέα τι τράβηξα.

Την παραμικρή ιδέα για το τι μου πήρες.»

Ναι – ναι, ξέρω – έμαθα!

Ένας άνθρωπος που δεν μιλάει, δεν μπορεί να αγαπηθεί.

Μπορεί όμως να αγαπήσει – σιωπηλά.

Advertisements

Αύγουστος

Σημαίνει το τέλος του καλοκαιριού,

την αρχή της σχολικής χρονιάς,

ένα τέλος, μιαν αρχή,

έναν θάνατο και μια γέννηση.


Μου αρέσει ο Αύγουστος,

πάντα έχει αεράκι,

ο άνεμος μεθάει την ψυχή μου.


Μήνας παγιδευμένος από πόνο,

εμένα μ’ αγαπάει – κι εσένα.


Κι αν βρέχει, το χώμα δροσίζει.

Μετά

Ήρθε – κάποτε θα ερχόταν.

Τους πέντε πρώτους μήνες, μετά το χωρισμό, είχα πέσει σε κατατονία, κατάθλιψη και όλα τα παρεμφερή. Υπήρχαν μέρες, που έμενα κλεισμένη στο φοιτητικό μου δωμάτιο, κοιτώντας το ταβάνι – ενίοτε έπιανα κουβέντα μαζί του. Ξάπλωνα στο πάτωμα, δακρυσμένη, αγκαλιά με μερικές σελίδες και ένα κουτί σοκολατάκια. Κοιμόμουν ώρες ατελείωτες. Προσωπικό ρεκόρ: δεκαεφτά συνεχόμενες ώρες.

Αδιαφόρησα για τις πανελλήνιες – για δεύτερη φορά. Ευτυχώς, το “πανέξυπνο” μυαλό μου δεν με εγκατέλειψε τελείως. Κάτι έπρεπε να μου επιστρέψει το σύμπαν – για την ισορροπία, καταλαβαίνετε. Η μοναδική απασχόλησή μου ήταν το ωδείο κι αυτή σε χαμηλούς ρυθμούς. Μου έκανε καλό όμως, η παρουσία της δασκάλας, το τραγούδι, ο περίπατος μέσα από την αγορά.

Όταν ξυπνούσα το βραδάκι, κατά τις εννέα – δέκα, έκανα καυτό ντους και έπαιρνα τους δρόμους.

Κρυβόμουν σε σκοτεινά μπαρ της πόλης. Καθόμουν σε μια γωνιά, μόνη, σιωπηλή. Απέφευγα τη συνομιλία με διάφορους τύπους, που είχαν στο κούτελο, γραμμένη τη λέξη “loser”, οι οποίοι έλεγαν με ύφος “Πως και μόνη?”. Ο μπάρμαν συνήθως κερνούσε και τέταρτο και πέμπτο gin και δώστου σφηνάκια, που ούτε ξέρω τι δηλητήριο είχαν μέσα. Κι έπειτα χαμογελώντας μουδιασμένα, έβγαινα στο κρύο, με βοηθούσε να συνέλθω από τη γλυκιά ζάλη. Περπατούσα ως το σπίτι – είκοσι λεπτά δρόμος. Έπεφτα στο κρεβάτι μεθυσμένη – σχεδόν ερωτευμένη.

Είδα πολλές ταινίες εκείνη τη περίοδο. Διάβασα αρκετά βιβλία, με κάνουν να ξεχνιέμαι – όχι πάντα! Άκουγα πολύ ραδιόφωνο, κυρίως βραδινές εκπομπές, που δεν έχει πολύ μπλα – μπλα. Κάπως έτσι έγινε η πρώτη επαφή με τον Γ.

Οκτώ μήνες δεν με απασχολούσε να βρω κάποιον. It was out of the question. Βγήκα, ωστόσο, μερικά εντελώς αποτυχημένα ραντεβού, ελάχιστα για την ακρίβεια – δεν έχω κατακτήσεις εγώ.

Μετά, μια φωτογραφία ήρθε να θυμίσει στον Γ. την ύπαρξή μου. Και ήταν καλό! Μόνο που είχε άρωμα πορτοκάλι.

Στο camping

Πάμε? Ναι – ναι πάμε! Έτοιμοι? Τελικά δε θα έρθω. Ε, αν δεν έρθεις, δεν θα πάω. Α, αν είναι έτσι, ούτε κι εγώ πάω! Παιδιά, σοβαρευτείτε! Πάρτε τις σκηνές, τα sleeping – bag και φύγαμε!

Κάπως έτσι αποφασίσαμε τη διήμερη απόδρασή μας σε μια παραλία της Κατερίνης. Συναντηθήκαμε, λοιπόν, στην πλατεία και αναχωρήσαμε, αφού φυσικά υπήρξαν και οι απαραίτητες καθυστερήσεις.

Φτάσαμε στην παραλία και αφού κάναμε δυο γύρους με το αυτοκίνητο καταλήξαμε στο camping “ΟΔΥΣΣΕΑΣ”. Πιάσαμε μια ήσυχη γωνία, όπου αρχίσαμε να στήνουμε τις σκηνές μας. Η δική μου ήταν ίδια με του Ρ. και ήταν πολύ εύκολη στο στήσιμο. Η Ι. και ο Κ. ήταν λίγο πιο άτυχοι και παιδεύτηκαν είκοσι λεπτά παραπάνω από εμάς. Κι εμείς οι υπόλοιποι, αντί να τους βοηθήσουμε, τους χαζεύαμε και κρυφογελούσαμε με την αδεξιότητα τους. Τελικά, η πολυμήχανη Ι. κατανόησε την πολυπλοκότητα της σκηνής και με τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις, ο Κ. την έστησε – ας πούμε.

Μόλις τακτοποιηθήκαμε, δεν χάσαμε χρόνο, πήγαμε στη παραλία για νυχτερινό μπάνιο. Η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ήμασταν μόνοι μας, μιας και ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος για νυχτερινό μπάνιο. Είχε δυνατό αεράκι και κυματάκια – ή προβατάκια, όπως τα λένε μερικοί. Αράξαμε στις ξαπλώστρες, παρακαλούσαμε τον Ρ. και τον Κ. να βουτήξουν μαζί μας, καθώς ήμασταν αποφασισμένες, αλλά μάταια. Ήταν ανένδοτοι. Τέλος πάντων, πλησιάζαμε το νερό, μπαίναμε μέχρι το γόνατο και βγαίναμε για αρκετή ώρα, μέχρι να βουτήξουμε κανονικά. Αφού, λοιπόν, δροσιστήκαμε, καθίσαμε στις ξαπλώστρες. Οι άλλοι ζαχάρωναν κάτω από το φως των αστεριών κι εγώ ζαχάρωνα με τα γκοφρετάκια που έτρωγα.

Έπειτα από κάποια ώρα, επιστρέψαμε στο camping, κάναμε ντους, στρώσαμε μια κουβέρτα, βγάλαμε τα πεντανόστιμα σουβλάκια που έφερε η Ι. και τα σάντουιτς με αραβική πίτα που έφτιαξε ο Κ. Φάγαμε με πολλή όρεξη κι ύστερα ξεκίνησε μια συζήτηση που κράτησε για ώρα…

Η Ι. και ο Κ. αποσύρθηκαν στη σκηνή τους λίγο νωρίτερα από τους υπόλοιπους τρεις. Ακολούθησαν η Ν. και ο Ρ. και τέλος εγώ. Ήμουν τυχερή, καθώς οι σκηνές μας ήταν κάπως μικρές, μόνη μου, είχα την άπλα μου. Κοιμήθηκα αμέσως.

Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε νωρίς, από τις φωνές της Ν. “ειιι, ειιι”. Πήγαμε σχεδόν αμέσως στην θάλασσα, δροσιστήκαμε, γυρίσαμε, μαζέψαμε τα πράγματά μας και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Γι’ αυτό που πραγματικά ήθελα να μιλήσω, είναι ένα ζευγάρι που ήταν δίπλα μας στο camping. Πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα. Ήταν οι δυο τους σ’ ένα τροχόσπιτο, που είχαν πολύ όμορφα στολισμένο με λουλούδια και κοχύλια. Από μπροστά στέκονταν δυο καρέκλες και ένα τραπεζάκι, πάνω στο οποίο τρεμόπαιζαν αναμμένα κεράκια. Απολάμβαναν μπύρα, ενώ ελαφριά Blues ακουγόταν από ένα ραδιόφωνο που είχαν μαζί τους. Υπήρχε πολλή αγάπη εκεί και “έκλεψα” κι εγώ λίγη από τη δική τους – ή και όχι.

Υγρός τάφος

Γνώριζε ότι θα ήταν η καταστροφή της. Κάθε μέρα που περνούσε, έφτανε ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο. Μόνο που δεν ήταν σίγουρη σε ποιόν θάνατο. Τον δικό της?

Χρόνια έτρεμε το χέρι της, το στολισμένο με χρυσά βραχιόλια, μα πιο πολύ ανησυχούσε, που έτρεμε το μυαλό της.

Τα όνειρα της καταστράφηκαν, τα κατέστρεψε. Γυρεύει εκδίκηση γι’ αυτά που έσπασαν, γι’ αυτά που χάθηκαν. Η ψυχή της άθυρμα, στα χέρια των πολλών, που άφησε να την αγγίξουν. Δεν έμαθε να τη προσέχει. Δεν την αγάπησε.

Στα μάτια της, το μίσος όλων των ονείρων και ενός εφιάλτη. Άδραξε το μαχαίρι, το έσυρε στο λευκό λαιμό μιας ξένης.

Τώρα έμεινες μόνος.”

Σε λυπάται.

Νόμιζε πως η εκδίκηση θα ήταν γλυκιά. Έτσι το ήθελε. Έκανε λάθος.

Σου πήρε ό, τι είχες, αλλά εσύ πάντα βρίσκεις κι άλλα…κι άλλα…Είναι η απληστία, που δε σ’ αφήνει πραγματικά μόνο.

Στιγμές αργότερα συνειδητοποίησε, πως η ίδια θα είναι πάντα ξεχασμένη και αυτός πάντα ευτυχισμένος μέσα στη παραμυθένια δυστυχία και τον απέραντο κυνισμό του.

Και τότε, η γυναίκα με τα χρυσά βραχιόλια, ηττημένη, γεμάτη ενοχές, βυθίστηκε στον υγρό τάφο της.