Ασφυξία 31»

Αργά τη νύχτα, νωρίς τα χαράματα,

δεν έχει σημασία πια.

Ένας ασφυκτικός αναστεναγμός.

Σηκώνεις το χέρι, ασυνείδητα,

η γροθιά σφιγμένη,

πλημμυρισμένη πόνο, μίσος.

Χτυπάς με όλη σου τη δύναμη το μαξιλάρι,

αφήνοντας ακόμη ένα βογκητό

να ελευθερωθεί από τα πληγωμένα χείλη σου

κι έπειτα γέρνεις από την άλλη πλευρά κι αποκοιμάσαι.

Advertisements