Κάπου

κάπου να ακουμπήσω την αγάπη μου…”

 

Μήνες ολόκληρους τριγυρίζει στο μυαλό μου αυτή η φράση, την ψιθυρίζω ξερά, τη σιγομουρμουρίζω σαν νανούρισμα, είτε απλώς τη σκέφτομαι γυμνή.

Απευθύνεται σε μια άμορφη φιγούρα, με θολό πρόσωπο, ακαθόριστη σημασία, που πάντα έχει τα μάτια κλειστά, το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια στην τσέπη.

Υπάρχει για να εκπληρώνει τη ματαιοδοξία μου, μα έχει γυρίσει την πλάτη και απομακρύνεται.

Είμαι ανίκανη να την πλησιάσω, να της πω “σ’ αγαπώ” δίχως να την αγγίξω – πως θα μπορούσα άλλωστε?

 

Στο συρτάρι

Σε κάποιο συρτάρι κοιμούνται ραβασάκια,

γραμμένα από το δικό σου χέρι,

άλλα με μπλε μελάνι, άλλα με μολύβι,

πάνω σε κιτρινισμένο χαρτί.

Ξεθώριασε η αγάπη.