Νύχτα

Από το άδειο ποτήρι της ελπίδας

γλείφω με μανία

τις σταγόνες που άφησες

για να δροσίζουν τον καυτό μου πόθο.

 

Το φως του φεγγαριού χαϊδεύει

το μπλε τριαντάφυλλο της λίμνης,

μια νυχτοπεταλούδα το φιλά

και κλέβει τους χυμούς του.

 

Μαραίνεται,

τα πέταλα του αφήνει πάνω στην πέτρα.

 

Ανθίζεις.

 

Μπερδέψαμε τους ρόλους.

 

Advertisements

Που’ ν’ το, που’ ν’ το, το δαχτυλίδι?

Τα γυμνά δάχτυλα βυθίστηκαν

βαριά στα ασπρόμαυρα πλήκτρα

κι αυτά με τη σειρά τους

γλείψαν τις συρμάτινες χορδές

κι αυτές βόγκηξαν κι εξέπνευσαν και σιώπησαν

κι ο αέρας χόρεψε με τις ανάλαφρες κουρτίνες

και κατακόκκινο, σαν ώριμο κεράσι,

κύλησε το αίμα πάνω στο στήθος

κι ένα ξεφλουδισμένο πορτοκάλι

συνάντησε τον θάνατο

και δεν βρέθηκε ποτέ το δαχτυλίδι….

Λήθη

Για να σ’ ανταμώσω,

θα πλανηθώ ξυπόλυτη,

σε μονοπάτι

σκοτεινό, σαν τη ματιά σου,

γυμνό, σαν το κορμί σου,

υγρό, σαν το φιλί σου.

 

Γιατί, τα χείλη μου

μούσκεψες με ρακί

και γλυκάθηκα

και μέθυσε ο καημός

κι απόμεινες στη αγκαλιά μου,

δειλός και διψασμένος.

 

Νερό σου πρόσφερα,

από της λήθης το πηγάδι

και το έφτυσες στο πρόσωπό μου

και ξέχασα, εγώ.

Οι μέλισσες

Ώρες-ώρες σκέφτομαι παράλογα πράγματα. Δηλαδή φαντάζουν παράλογα, όταν τα σκέφτομαι λογικά. Πως γίνεται να ξέρω το σωστό και να μην το κάνω?

Αυτή η θολούρα, που πλημμυρίζει το μυαλό μου, όταν τύχει και παρασυρθώ από τις σκέψεις είναι σαν κατάρα που με στοιχειώνει. Έχει κάνει κατάληψη παντού.

Μα τι θράσος!

Μικρά και μεγάλα πράγματα, που μόλις βρουν την ευκαιρία τρυπώνουν στο μυαλό και στριφογυρίζουν σαν μέλισσες, δηλητηριάζοντάς το. Οι μέλισσες, βέβαια, πολλές φορές υποκινούνται από άλλους.

Κάποιους φθηνούς, που εξαιτίας τους αμφισβητείς τις επιλογές σου, δίνουν μάχη για το τίποτα, ίσως για χάρη του εγωισμού τους, άραγε τι πιστεύουν ότι θα πετύχουν?

Τόσο αχόρταγη είναι η ψυχή τους?

Φόρεσε το κοστούμι σου

Παίξε! Κι ενώ βρίσκομαι σε παραλήρημα,

δεν ξέρω πια τι να πω ή τι να κάνω!

Κι όμως είναι απαραίτητο…να κάνω μια προσπάθεια!

Μα! Δεν είσαι άνθρωπος?

Είσαι παλιάτσος!

 

 

Φόρεσε το κοστούμι σου,

βάψε το πρόσωπό σου.

Οι άνθρωποι πλήρωσαν για να είναι εδώ και θέλουν να γελάσουν.

Κι αν ο Αρλεκίνος κλέψει την Κολομπίνα σου,

γέλα, παλιάτσε, έτσι το πλήθος θα σε χειροκροτήσει!

Μετέτρεψε τη θλίψη σου και τα δάκρυά σου σε ευθυμία,

τον πόνο σου και τους λυγμούς σε μορφασμό – Α!

 

 

Γέλα, παλιάτσε,

στη ραγισμένη σου αγάπη!

Γέλα στη θλίψη που δηλητηριάζει την καρδιά σου!