Δρακουλόσπιτο

Κλείνει η πόρτα-ξανά,

βγαίνεις από τον μικρό παράδεισο,

βρίσκεσαι μόνος στον σκοτεινό διάδρομο

που οδηγεί σε μια παλιά πόλη,

η ατμόσφαιρα είναι παγωμένη,

κάγκελα θαμμένα κάτω από τη σκόνη,

γριές σκάλες στριγγλίζουν σε κάθε βήμα,

οι τοίχοι πράσινοι από τη μούχλα, υγροί στάζουν πόνο,

η μυρωδιά των αιώνων πνιγηρή,

-ποιος μπορεί ν’ αντέξει τόσο βάρος;

 

Μόνος έκλεισες την πόρτα.

Advertisements

Στοιχεία ιστορίας

Νιώθω μπουχτισμένη.

Κάποιος βρίσκεται ένα βήμα πίσω μου.

Ποιος? Εγώ…? Όχι.

Φοβάμαι να γυρίσω να κοιτάξω.

Κρύβω τον φόβο βαθιά, μέσα στο αλκοόλ.

Εκεί ξεδιψώ και τους πόθους μου,

μόνο που αυτοί δεν χορταίνουν ποτέ.

Αφηρημένη, χαμένη μέσα σε σκέψεις και θέλω.

Βυθισμένη στη γυάλα με τα μάτια ανοιχτά, γεμάτα αγωνία.

Κλέβω τις ζωές των άλλων μέσα από βιβλία και ταινίες.

Παρατηρώ ακίνητη τον κόσμο να τρέχει και γράφω,

γράφω ασταμάτητα για τον δικό μου κόσμο έτσι όπως τον έβαψα-μπλε.

Μ’ αρέσει να είμαι μικρή.

Μ’ αρέσει να είμαι ψεύτικη.

Μ’ αρέσει να με σκέφτεσαι.

Μ’ αρέσει όταν αδειάζει το μυαλό.