Ξέσπασμα

Χθες, αργά τη νύχτα την άκουσα να κλαίει στα κρυφά μέσα στο ήσυχο σκοτάδι.

Την φαντάστηκα στο κρεβάτι, ξαπλωμένη στο πλάι

με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος, τα γόνατα λυγισμένα.

Παραδομένη.

Δάκρυα να ξεπλένουν τα κόκκινα μάτια της

και η κάθετη φλέβα στο μέτωπο της να διαμαρτύρεται έντονα.

Τα μαλλιά της ανακατεμένα να χαϊδεύουν το μάγουλό της.

Αυτή να πασχίζει να πνίξει τους λυγμούς της.

 

 

Αυθόρμητα έμεινα ακίνητη, σχεδόν δεν ανέπνεα.

Δεν μπορούσα να σπάσω τη σιωπή, δεν έπρεπε.

Ποια είμαι άλλωστε για να μαχαιρώσω το ξέσπασμά της..?


Advertisements

Παύσεις

Αναβάτης σ’ ένα κόκκινο ποδήλατο κυνηγάει τα όνειρά του,

τσουλάει σε δρόμους υγρούς από δάκρυα,

σκοντάφτει πάνω στην εξουσία,

σηκώνεται, μικρός πολεμιστής του πόθου.

 

 

Κάτω από τα βλέφαρά του κρύβει καθρέφτες,

που καταπίνουν μπλε αχτίδες φωτός

και στάζουν απ’ τα λερωμένα χείλη του οι σκιές τους.

 

 

Η μικρή πέτρα που κουβαλάει στην αριστερή του τσέπη

βαραίνει τους ώμους του, θαρρείς πως τον βυθίζει στη γη,

κι η γη τον ρουφάει διψασμένη, μέχρι να την προσκυνήσει.

 

 

Μ’ ένα μισοφαγωμένο μολύβι μουτζουρώνει τον έρωτα.

Με το ίδιο μολύβι μουτζουρώνει μια ιστορία

που τέλος δεν έχει -μόνο παύσεις.

Κατρακύλα

Ξυπνάω αδιάφορα.

Όσο κυλά η ώρα, κατρακυλά και η διάθεση μου, με αποτέλεσμα τα βράδια να είναι βαριά και οι νύχτες μακριές.

Γκρινιάζω πολύ. Μ’ έχει πιάσει κρίση αποδοχής του εαυτού μου. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά? Νιώθω άχρηστη -σκληρή λέξη- ότι κάνω ελάχιστα πράγματα κι αυτά δεν τα κάνω καλά, ότι δεν είμαι για τίποτα. Είμαι κι από τη φύση μου τεμπέλα και …. ουφ.

Στην πραγματικότητα νομίζω πως δεν με κρατάει πίσω η τεμπελιά, αλλά ο φόβος. Τι στο καλό φοβάμαι τόσο πολύ? Τους ανθρώπους? Εμένα? Τι? Τον πόνο? Δεν ξέρω να χειρίζομαι τον πόνο. Κουράστηκα.

Είναι κι αυτή η Κ. ανυπόφορη βρε αδερφέ. Δεν αντέχω να τη βλέπω, μου γ….. τη ψυχολογία πριν καν μιλήσει -τηλεπαθητικές ικανότητες.

Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ, άναρχες σκέψεις από εδώ κι από κει, σκόρπια θέλω και αναλαμπές.

Έχω ανοιχτή τηλεόραση, δεν παρακολουθώ, δεν μ’ αρέσει, για το φως την έχω, πολύ χαμηλά την ένταση ίσα-ίσα ν’ ακούγεται κάτι -ξέρεις, αυτό που σε κάνει να μη νιώθεις μόνος. Ανοιχτός κι ο υπολογιστής, παίζει μουσικούλα, χαζολογάω στο ίντερνετ με μακρινούς φίλους -ξέρεις, αυτό που σε κάνει να μη νιώθεις ολομόναχος.

Θέλω κάτι να γεμίσει το κενό που έχω μέσα μου -και δεν εννοώ αυτό που έχω να φάω από χθες. Ή απλώς να ξεχνιέμαι -ξέρω, τα κενά δε γεμίζουν με gin.