Monologue

Δυο άδεια ποτήρια, λερωμένα από κόκκινο κρασί, παρατημένα στον πάγκο της κουζίνας. Τα είδες. Παγιδεύτηκες στη θέα τους. Κι άντε τώρα να ξεφύγεις.

Φαντάζεσαι τον ήχο μιας πατρίδας που ουρλιάζει, σαν αδηφάγο ον σκαρφαλωμένο σε χάρτινα κάγκελα, που προσπαθεί να κάνει το ίδιο με σένα – να ξεφύγει. Τον ακούς.

Άκου τον.

Αρπάζεις ένα καθαρό ποτήρι – χαμηλό, σωλήνα, νεροπότηρο, κουβά – δεν έχει σημασία. Το γεμίζεις με κάτι που να καίει το μέσα σου. Το φέρνεις στα χείλη και το αδειάζεις, το αδειάζεις, το αδειάζεις.

Τι δροσιά!

Κι όταν φτάνει στον πάτο, το γεμίζεις ξανά.

Κι έτσι ξεδιψασμένος, οδηγείσαι από το Ι στην ήττα , στα γάμα, στο άλφα που κάθεται αδιάφορο σ’ εκείνο το ξύλινο παγκάκι, σαν τα άδεια ποτήρια στον πάγκο – μόνο αδιάφορα δεν σου είναι τα ποτήρια.

Τρέξε με το μυαλό σου, τρέχα, τρέχα.

Εκεί….

Έφτασες.

Ξεκουράσου σ’ εκείνο το αφιλόξενο, ξύλινο παγκάκι.

Η ήττα είναι όλη δική σου. 

Advertisements