Τρίτες

οι λέξεις με βρίσκουν αργά τη νύχτα,
τότε γεμίζω κενές σελίδες και τρέχω… τρέχω
εκεί που το μπλε φως ξυπνά φαντάσματα,
φως που φοβάται τον ήλιο – το ίδιο και οι λέξεις

 

κρεμασμένες σκιές απ’ το ταβάνι αιωρούνται μεθυσμένες
κι όταν κουραστούν κρύβονται κάτω από το μαξιλάρι,
αυτό που μούσκεψε με τα δάκρυά του
ο άνθρωπος που δεν έκλαιγε ποτέ

 

κάτι ξεκούρδιστες Τρίτες
βουτάω στο ρούμι παραμελημένες σκέψεις
κι αυτές κολυμπάνε ευχαριστημένες – σχεδόν ευτυχισμένες

 

μου πες μια ιστορία για τον ουρανό που λερώσαμε

 

κάπου ταξιδεύαμε για 14 ώρες, μα δεν θυμάμαι…

Advertisements