Σακουλάκι

άνοιξε η ψυχή μου και χώθηκες μέσα της

άνοιξαν οι βρύσες των ματιών μου

κι ένιωθα για λίγο ζωντανή

και ξαφνικά για κάποιο λόγο που αγνοώ

στέρεψαν και αποκοιμήθηκαν

και τώρα είμαι άδεια

άδεια

τόσο άδεια

μη νομίζεις πως δεν γελάω ή δεν κλαίω

όχι, γελάω πολύ… και κλαίω… 

όπως εκείνες οι μαριονέτες –θυμάσαι;

με τα τεντωμένα σκοινάκια πάνω από τα κεφαλάκια τους

δεν ξέρω από πού πηγάζει η χαρά ή η θλίψη

ποια χαρά δηλαδή και ποια θλίψη

Advertisements

Κάπως σαν ξένη

Κολυμπάς σ’ έναν σκουρόχρωμο ωκεανό,

προσπαθείς να φτάσεις στο σπίτι,

ένα κουπί δίπλα σου που δεν χρησιμεύει σε τίποτα,

ο θε(ί)ος κολυμπά πλάι σου και σε συμβουλεύει,

τελικά καταλήγεις γονατιστός στον πεζόδρομο

που τόσες φορές έχει περπατήσει.

Τι ανακούφιση…

Στο σπίτι που μυρίζει εγκατάλειψη κι απουσία

κι ίσως να μην γεμίσει ποτέ ξανά,

βρίσκεις τη μαμά

κάπως απόμακρη,

κάπως σαν ξένη,

να ετοιμάζει τραπέζι για πολύ κόσμο.

Ξέρεις πως ήρθε μόνο για λίγο και θα ξαναφύγει.

Την αγκαλιάζεις και ίσα που πρόλαβες να την νιώσεις

βυθίζεσαι πάλι στον ωκεανό.