οι εαυτοί

είναι εκείνο το τρελό πράγμα

που μας ενώνει

και μας χωρίζει

εμείς

που πολεμάμε αυτό που είμαστε

γιατί δεν το θελήσαμε

έγινε

γίναμε

μα εκείνο δεν σβήνει

θέλει να είναι αυτό που είναι

κι εμείς δεν το αφήνουμε

αυτό είναι που με ταράζει

πως είσαι

εγκλωβισμένη σ’ εναν κόσμο χωρίς την ποίηση των λέξεών σου

έχω για να κρατιέμαι μονάχα κάτι λίγα ψίχουλα

σκόρπια

στην αιωνιότητα που βυθίστηκα γιατί λείπεις

εσύ με την αοριστία σου που μ’ έμαθε πως κλίνεται η αμηχανία

μα -πόσο μάταιο- τώρα όλα ένα μηδέν

δίχως αρχή και τέλος

δεν ανασαίνω

δεν σε φτάνω

εγώ στο μηδέν

εσύ στο άπειρο

Τι γύρευες;

Τύφλα στο μεθύσι

μ’ έλουσες με τέτοιον έρωτα

που ονειρεύομαι ακόμα την ανάσα σου

που μ’ απαρνήθηκε

κι οι κόρες βούρκωσαν

κι έσταξαν θάλασσες γεμάτες αρμύρα

σαν το πρώτο μας φιλί

που ‘χε μια γεύση τρικυμίας -ε, μπύρας-

μα τι γύρευες;

Nocturne

δυο πληγωμένες ψυχές

που ζητάνε η μια την άλλη

μέσα σε άδειες φωτογραφίες

και κενά μηνύματα

αυτό μας έμεινε

αυτό που λείπει

άφησε εμένα να σε ψάξω

εγώ δεν ήθελα μια ήσυχη ζωή

…….

ένα γκρίζο σύννεφο

σκέπασε τον μπλε ουρανό

και γέμισε ο κόσμος σκιές

κι έβρεξε

και πλημμύρισα ήχους