ένα απόγευμα του Ιούνη

με νανούρισες

με τραγούδια των Beatles

κρατώντας με στην αγκαλιά σου

έβρεχε

με φίλησες

έκλαψα

δεν κοίταξες πίσω

μια νύχτα

μετά από χρόνια

με ξύπνησες

τραγούδησα

κι ήταν τόσο λίγο

δεν γύρισες να δεις

Advertisements

Ξυπνήματα

μέσα στη νύχτα

αγγίζω με γυμνά πόδια το κρύο πάτωμα

περπάτησα…

περπατώ

φτάνω στην πόρτα

κοιτάζω τον καθρέφτη

βλέπω ένα άγριο πρόσωπο

και ταυτόχρονα άδειο

τόσο άδειο…

θέλει να το γνωρίσω

το απέφευγα καιρό

μα τώρα είναι εδώ και με κοιτάζει

έχω αηδιάσει…

γιατί εγώ δεν ήθελα να γνωρίσω τον σκληρό εαυτό μου

δεν ήθελα να έχω σκληρό εαυτό

– δεν αντέχω να είμαι σκληρή μαζί σου

και μια ζωή θα προσπαθώ

να μάθω

και μετά θα παρακαλώ

να ξεχάσω

και πάντα θα είναι λίγο 

Σακουλάκι

άνοιξε η ψυχή μου και χώθηκες μέσα της

άνοιξαν οι βρύσες των ματιών μου

κι ένιωθα για λίγο ζωντανή

και ξαφνικά για κάποιο λόγο που αγνοώ

στέρεψαν και αποκοιμήθηκαν

και τώρα είμαι άδεια

άδεια

τόσο άδεια

μη νομίζεις πως δεν γελάω ή δεν κλαίω

όχι, γελάω πολύ… και κλαίω… 

όπως εκείνες οι μαριονέτες –θυμάσαι;

με τα τεντωμένα σκοινάκια πάνω από τα κεφαλάκια τους

δεν ξέρω από πού πηγάζει η χαρά ή η θλίψη

ποια χαρά δηλαδή και ποια θλίψη

Κάπως σαν ξένη

Κολυμπάς σ’ έναν σκουρόχρωμο ωκεανό,

προσπαθείς να φτάσεις στο σπίτι,

ένα κουπί δίπλα σου που δεν χρησιμεύει σε τίποτα,

ο θε(ί)ος κολυμπά πλάι σου και σε συμβουλεύει,

τελικά καταλήγεις γονατιστός στον πεζόδρομο

που τόσες φορές έχει περπατήσει.

Τι ανακούφιση…

Στο σπίτι που μυρίζει εγκατάλειψη κι απουσία

κι ίσως να μην γεμίσει ποτέ ξανά,

βρίσκεις τη μαμά

κάπως απόμακρη,

κάπως σαν ξένη,

να ετοιμάζει τραπέζι για πολύ κόσμο.

Ξέρεις πως ήρθε μόνο για λίγο και θα ξαναφύγει.

Την αγκαλιάζεις και ίσα που πρόλαβες να την νιώσεις

βυθίζεσαι πάλι στον ωκεανό.   

Σύνοψη

Ταξίδι

 

Να φεύγεις, μόνο αυτό έχει σημασία.

Να φεύγεις μέσα στη νύχτα

που νομίζεις πως δεν θα τελειώσει ποτέ.

Ν’ αναρωτιέσαι πόσο μεγάλο είναι το φεγγάρι.

Να προχωράς στο σκοτάδι, χωρίς να δειλιάζεις.

Κι όταν ανακαλύπτεις έρημα μάτια να σε κοιτάζουν,

φεύγα.

  

 

Πάθος

 

Με άγγιξες με τα δάχτυλά σου και ψιθύρισες “σε θέλω”.

Κι όταν δεν μπορούσα να κινηθώ -ή δεν ήθελα να κινηθώ-

με ικέτεψες, “τουλάχιστον αγκάλιασε με, δε δαγκώνω”.

Κι εγώ το έκανα κι αφέθηκα σε σένα διψασμένη.

Κι όλη τη νύχτα ήμασταν ένα.

Γυμνές σάρκες που τρίβονται, όπως οι ψυχές.

Πνιχτοί αναστεναγμοί και καυτές ανάσες

ξεγλιστρούσαν μέσα απ’ τα χέρια μας

σαν βουβές σκιές που πετούσαν πάνω απ’ τα σώματά μας.

 

 

 Απουσία

 

Πάντως δεν σου κάνω πλάκα. Θα ήταν πολύ σκληρό να παίζει κανείς με κάτι τέτοιο.

Είναι δύσκολη η κατάσταση, πες μου τι θες! Με κουράζει το “δεν ξέρω” σου. Αν εσύ νιώθεις έτσι, εγώ τι να πω? Ποτέ δεν μου λες τι νιώθεις, αν νιώθεις! Πρέπει πάντα να μαντεύω τι σκέφτεσαι, τι θέλεις. Ώρες – ώρες νιώθω ότι είμαι ένα “παρεμπιπτόντως” στη ζωή σου, ότι με έχεις για να περνάς καλά.

Αν κρατήσει κι άλλο, ποιος θα πονέσει περισσότερο? Αυτό δε το ξέρω. Ξέρω εγώ…

Άχου το, τι όμορφο που είναι!

Αυτό θα με βοηθήσει να ξεχάσω, αλλά θα υπάρχουν κάπου πάντα για να θυμάμαι. Το έχω ανάγκη να θυμάμαι.

Υπομονή, καρδούλα μου, λίγο έμεινε, μετά θα έχουμε πολύ χρόνο.

Μη μ’ αφήνεις.

Το ήξερες πως δεν θα ‘φευγα.

Πνίγομαι, που δεν μπόρεσα να… Δεν κατάλαβες τίποτα! Σου έδωσα, δεν πήρες. ΚΑΙ αυτό λάθος.

Πόσο μου στοίχιζε κάθε φορά που έφευγες.

Κάθε φορά ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, πιο μακριά από σένα

Κι εγώ να λιώνω στο πάτωμα και να σου μιλάω με τις ώρες κι εσύ να μην είσαι εκεί ν’ ακούσεις.

Και να σε περιμένω πίσω από την πόρτα, μάταια. Το ξέρω ότι δεν θα ‘ρθεις. Όχι πια.

 

 

Κύκλος

 

Η αρχή, το τέλος,

ξανά η αρχή, ξανά το τέλος

και πάλι το ίδιο.

Αέναος χορός στο σκοτάδι.

Δεν σταματά να σε περιτριγυρίζει.

Κι εσύ το επιτρέπεις.

Τα χρώματα του πάγου

η θύμηση

είναι πόνος

ο πόνος καίει

τα μάγουλα

κατακόκκινα σαν αίμα

τα μάτια σταθερά

τα χέρια όχι

όπως αρχίζει

έτσι τελειώνει

στο σταθμό

εγώ γκρι

εσύ μπλε

Βουλιάζω

στους καφέ, βελούδινους καναπέδες

με τα κοντά κροσάκια στις ραφές

που τα τραβώ με μανία προσπαθώντας να τα ξεριζώσω,

κρυφά απ’ τη γιαγιά.

Σηκώνομαι.

Προχωράω.

Πλησιάζω στο παράθυρο.

Μυρίζει παλιό ξύλο.

Το τζάκι τρομακτικό στέκει στη γωνία και με κοιτάζει.

Εγώ όχι.

Βγαίνω στο μπαλκόνι, μυρίζει υγρό χώμα.

Σκοτάδι απέραντο.

Απέραντα λιβάδια.

Μπροστά ο ορίζοντας.

Σύννεφα στον ορίζοντα κι ανάμεσα αστραπές μπλε, κόκκινες και μωβ.

Πίσω από τα σύννεφα μισό φεγγάρι.

Δίπλα σου το άλλο μισό.

Ολόκληρο.