Εκείνο

Μέχρι να συμβεί παραπονιέσαι που δεν συμβαίνει

κι όταν συμβεί παραπονιέσαι που συνέβη.

Ποιο?

Ο έρωτας.

Κι εγώ -κι εσύ- έξω από αυτόν.

Γιατί?

Για μια λέξη μόνο.

Ποια?

Εκείνο.

Ζήλεψες?

Ναι.

Ενοχές που σου κάνουν το μυαλό κουρέλι και το στομάχι κόμπο.

Κλείνεσαι σπίτι, βουλιάζεις στο κρεβάτι και περιμένεις ένα τέλος.

Κι αρχίζουν να έρχονται το ένα τέλος μετά το άλλο.

Advertisements

Από το «Crave» της Sarah Kane

    Σαν ν’ αδειάζει η φωτιά από μέσα μου, σαν ν’ αδειάζουν τα μέσα μου

   Πέθανε κάποια που δεν είναι νεκρή

   Ερωτεύτηκες κάποιον που δεν υπάρχει?

   Μόνο τότε είσαι πανίσχυρος, όταν μάθεις καλά πόσο ανίσχυρος είσαι

   Αν ερχόταν ο έρωτας

   Μια επιθυμία υπό πίεση

   Και τι σκατά μπορεί να μ’ ενδιαφέρεις εσύ

   Κανένας δε με συγκινεί τώρα πια

   Ανάμεσα στα κτήρια. Κάθε νύχτα. Κοιμάται η απουσία

   Φαίνεσαι αρκετά ευτυχισμένος γι’ άνθρωπος που δεν είσαι

   Μαζί σου με δένει μόνο η ενοχή

   Άκου. Εγώ είμαι εδώ μόνο για να θυμάμαι. Το’ χω ανάγκη να… να θυμάμαι. Έχω μια θλίψη και δεν ξέρω γιατί

   Είμαι μόνος, τόσο μόνος γαμώτο μου

   Φταίει αυτή η γυναίκα με τα έρημα μάτια, που θα μ’ έκανε να πεθάνω για χάρη της

   Λάτρευα όσα κομμάτια σου μ’ άφηνες να δω

   Η γυναίκα με τα μάτια του δράκου

   Η κατάθλιψη δεν είναι αρκετή. Μια καθολική συναισθηματική κατάρρευση είναι το ελάχιστο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει γιατί τους πρόδωσες όλους

   Η διέξοδος του δειλού

   Μόνο η αγάπη μπορεί να με σώσει κι η αγάπη με ρημάζει

   Πέρα από τα όρια της ανοχής – πέρα από τα όρια της ενοχής

   Ορκίζεται να πνίξει το μυαλό μου στο τίποτα

   Η καρδιά μου είναι κούφια γεμάτη σκοτάδι

   Ο πόνος μου δεν είναι τίποτα μπροστά στον δικό της

   Μάτια, ψίθυροι, ίσκιοι, σκοτάδια

   Ο θάνατος είναι εραστής μου και θέλει συμβίωση

   Κανένας δεν μπορεί να με σιχαθεί πιο πολύ απ’ όσο σιχαίνομαι εγώ τον εαυτό μου

   Γιατί κανείς δεν μου κάνει έρωτα όπως θέλω να μου κάνουν έρωτα?

   Τον σιχαίνεται τον εαυτό της, σιχαίνεται και τα’ άντερά της και παρακαλάει, παρακαλάει, παρακαλάει να συμβεί κάτι που να κάνει τη ζωή ν’ αρχίσει

   Μπορείς ν’ αυτοκτονήσεις μόνο αν δεν είσαι ήδη νεκρός

   Μη μου γεμίζεις το στομάχι αν δεν μπορείς να μου γεμίσεις την καρδιά

   Μου γεμίζεις το κεφάλι μου όπως θα το γέμιζε μόνο ένας απών

   Η ζωή δεν έχει ούτε έναν επιζόντα

   Κι ούτε ένας δεν ξέρει τι θα πει νύχτα

   Ακούς φωνές καμιά φορά?

   Μόνο όταν μου μιλούν

   Κουρασμένες ψυχές, στόματα στεγνά

   Είμαι πολύ πιο θυμωμένη απ’ όσο νομίζεις ρε γαμώτο

   Όλη αυτή η εντελώς προβλέψιμη και αηδιαστική ματαιότητα που είναι η σχέση μας

   Μην κοιτάζεις τον ήλιο

   Αυτό που ώρες – ώρες γελιέμαι και το λέω έκσταση είναι απλώς η απουσία θλίψης

   Υπήρξαμε πολλά πράγματα, αλλά δεν θα ‘λεγα ότι υπήρξαμε ποτέ ερωτευμένοι

   Ένας ύπνος μακρύς και βαθύς μ’ εσένα αγκαλιά

   Το κορμί μου το γιάτρεψε, την ψυχή μου δεν μπορεί να τη γιατρέψει

 

Έρημη πόλη

Περπατώ σ’ αυτήν την έρημη πόλη που μ’ έχει παγιδεύσει.

Παγωμένος αέρας αγκαλιάζει τα πόδια μου, τα χέρια μου, το πρόσωπό μου

Δεν κρυώνω.

 

Σε ψάχνω…

σε ψάχνω σε μια πόλη γεμάτη ψεύτικα στολίδια κι άσχημους ανθρώπους.

 

Δεν θέλω να μιλήσω για το ότι έφυγες.. όχι γι’ αυτό…

μόνο για το ότι στοιχειώνεις τις νύχτες μου,

τη ζωή μου… που ξέχασα να ζήσω.

 

Ξέρεις πόσο μισώ το μαύρο; Το σιχαίνομαι.

 

Θυμάμαι μια μέρα στα κάστρα των αγγέλων μου έδωσες φτερά και μου πες να πετάξω.

Ξέρεις πόσο μου αρέσει να φεύγω, να χάνομαι…

 

Μπαίνω στο σπίτι, δεν ανάβω το φως, δεν χρειάζεται πια.

Ψαχουλεύω μέσα στο σκοτάδι…

Σε ψάχνω…

Πάντα άδεια θα είναι αυτή η πόλη χωρίς εσένα.

 

Εφτά δευτερόλεπτα

άνοιξαν οι ψυχές μας

απιθωμένες σ’ ένα παγκάκι

καταδικασμένο στην άδεια πλατεία

πίσω από το φρούριο

που προσπαθείς να κατακτήσεις

πασχίζοντας να περάσεις το τοίχος

που μονάχα οι δυνατοί καταφέρνουν

να δουν τι κρύβει η άλλη μεριά

 

μα οι ψυχές μας άνοιξαν

έστω και για εφτά δευτερόλεπτα

Ιστορίες

Σε κοίταζα ώρες, μα δεν σε γνώριζα,

εσύ, ο γνωστός μου ξένος να με παρασύρεις

σε μικρές, ανίκανες, ανοργασμικές ιστορίες

που αγκομαχούν η μία πάνω στην άλλη

και να ξεγυμνώνεις το μυαλό από τη φαντασία

και μόνο ένα πορτοκάλι να ντύνει το κορμί με πόθο

κι έτσι καταλαβαίνεις πως έχεις κατέβει από το τρένο

-σε κατέβασαν-

κι ύστερα περιμένεις ένα άλλο τρένο,

που θα σε πάει μακριά, όμως δεν ξέρεις πόσο μακριά,

δεν ξέρεις σίγουρα, αλλά δεν έχει σημασία…

….που είναι ο επόμενος σταθμός?