Τα χρώματα του πάγου

η θύμηση

είναι πόνος

ο πόνος καίει

τα μάγουλα

κατακόκκινα σαν αίμα

τα μάτια σταθερά

τα χέρια όχι

όπως αρχίζει

έτσι τελειώνει

στο σταθμό

εγώ γκρι

εσύ μπλε

Advertisements

η μέρα

που περιμένω

ακόμη

να έρθει

ανάσα

εγώ

κι εσύ

σπίρτο

που δεν άναψε

όλη η βδομάδα

μια Παρασκευή

 

Χάρτινη ασπίδα

Τα μάτια κατάξερα, καίνε,
μόνο δάκρυα μπορούν να τα δροσίσουν

όχι, δεν θα κλάψεις

στο στήθος στριμωγμένο
εκείνο το κίτρινο, τετράγωνο μαξιλαράκι

-χάρτινη ασπίδα-

το σφίγγεις πάνω σου
κι όσο πιο πολύ το σφίγγεις,
τόσο πιο πολύ καίνε τα μάτια σου

όχι, δεν θα κλάψεις

κοιτάζεις στο κενό κι ακούς την βαριά φωνή
να τσαλακώνει την ασπίδα σου

δεν άντεξες, καιγόσουν

έλιωσες μόνος την χάρτινη ασπίδα σου..


Monologue

Δυο άδεια ποτήρια, λερωμένα από κόκκινο κρασί, παρατημένα στον πάγκο της κουζίνας. Τα είδες. Παγιδεύτηκες στη θέα τους. Κι άντε τώρα να ξεφύγεις.

Φαντάζεσαι τον ήχο μιας πατρίδας που ουρλιάζει, σαν αδηφάγο ον σκαρφαλωμένο σε χάρτινα κάγκελα, που προσπαθεί να κάνει το ίδιο με σένα – να ξεφύγει. Τον ακούς.

Άκου τον.

Αρπάζεις ένα καθαρό ποτήρι – χαμηλό, σωλήνα, νεροπότηρο, κουβά – δεν έχει σημασία. Το γεμίζεις με κάτι που να καίει το μέσα σου. Το φέρνεις στα χείλη και το αδειάζεις, το αδειάζεις, το αδειάζεις.

Τι δροσιά!

Κι όταν φτάνει στον πάτο, το γεμίζεις ξανά.

Κι έτσι ξεδιψασμένος, οδηγείσαι από το Ι στην ήττα , στα γάμα, στο άλφα που κάθεται αδιάφορο σ’ εκείνο το ξύλινο παγκάκι, σαν τα άδεια ποτήρια στον πάγκο – μόνο αδιάφορα δεν σου είναι τα ποτήρια.

Τρέξε με το μυαλό σου, τρέχα, τρέχα.

Εκεί….

Έφτασες.

Ξεκουράσου σ’ εκείνο το αφιλόξενο, ξύλινο παγκάκι.

Η ήττα είναι όλη δική σου. 

Ιστορίες

Σε κοίταζα ώρες, μα δεν σε γνώριζα,

εσύ, ο γνωστός μου ξένος να με παρασύρεις

σε μικρές, ανίκανες, ανοργασμικές ιστορίες

που αγκομαχούν η μία πάνω στην άλλη

και να ξεγυμνώνεις το μυαλό από τη φαντασία

και μόνο ένα πορτοκάλι να ντύνει το κορμί με πόθο

κι έτσι καταλαβαίνεις πως έχεις κατέβει από το τρένο

-σε κατέβασαν-

κι ύστερα περιμένεις ένα άλλο τρένο,

που θα σε πάει μακριά, όμως δεν ξέρεις πόσο μακριά,

δεν ξέρεις σίγουρα, αλλά δεν έχει σημασία…

….που είναι ο επόμενος σταθμός?

Κόκκινη πλατεία

Κάποια μυστικά ζουν

πίσω από σφραγισμένα χείλη,

μυστικά, που μπορούν

να ανακουφίσουν

ή να πληγώσουν

εσένα….

εμένα….

κρυφές αγάπες,

που ξεψυχούν στην κόκκινη πλατεία.

Κι όταν αυτά τα χείλη

μαγευτούν από ρακί,

τα μυστικά γίνονται ήχος

και οι αγάπες φανερώνονται,

μα τα κορμιά πάντα διψασμένα,

μαραίνονται.

Που’ ν’ το, που’ ν’ το, το δαχτυλίδι?

Τα γυμνά δάχτυλα βυθίστηκαν

βαριά στα ασπρόμαυρα πλήκτρα

κι αυτά με τη σειρά τους

γλείψαν τις συρμάτινες χορδές

κι αυτές βόγκηξαν κι εξέπνευσαν και σιώπησαν

κι ο αέρας χόρεψε με τις ανάλαφρες κουρτίνες

και κατακόκκινο, σαν ώριμο κεράσι,

κύλησε το αίμα πάνω στο στήθος

κι ένα ξεφλουδισμένο πορτοκάλι

συνάντησε τον θάνατο

και δεν βρέθηκε ποτέ το δαχτυλίδι….