Στοιχεία ιστορίας

Νιώθω μπουχτισμένη.

Κάποιος βρίσκεται ένα βήμα πίσω μου.

Ποιος? Εγώ…? Όχι.

Φοβάμαι να γυρίσω να κοιτάξω.

Κρύβω τον φόβο βαθιά, μέσα στο αλκοόλ.

Εκεί ξεδιψώ και τους πόθους μου,

μόνο που αυτοί δεν χορταίνουν ποτέ.

Αφηρημένη, χαμένη μέσα σε σκέψεις και θέλω.

Βυθισμένη στη γυάλα με τα μάτια ανοιχτά, γεμάτα αγωνία.

Κλέβω τις ζωές των άλλων μέσα από βιβλία και ταινίες.

Παρατηρώ ακίνητη τον κόσμο να τρέχει και γράφω,

γράφω ασταμάτητα για τον δικό μου κόσμο έτσι όπως τον έβαψα-μπλε.

Μ’ αρέσει να είμαι μικρή.

Μ’ αρέσει να είμαι ψεύτικη.

Μ’ αρέσει να με σκέφτεσαι.

Μ’ αρέσει όταν αδειάζει το μυαλό.

Advertisements

Κύκλους κάνει το φεγγάρι

Λίγο gin με λεμόνι,

αγριεύει το βλέμμα μου.

 

Γλιστράω στα μπλε σεντόνια σου

κι είναι σαν έρημη πλατεία.

Μ’ ένα μαντίλι δένω τους πόθους σου

στον καρπό μου σφιχτά,

μην ξεφύγει στάλα αίμα από τις φλέβες.

 

Με μιαν αλλόκοτη τρυφεράδα

μπαίνεις μέσα μου

και η ζέστη του τρεμάμενου

από έρωτα κορμιού σου,

φυλακίζει την ηδονή μας,

σε μια νεκρή φωτογραφία,

που τράβηξε το θολωμένο μου μυαλό.

 

Έπειτα…

γονατίζω μπροστά στην ειλικρίνεια,

που με κλειστά μάτια μονάχα αντικρίζω,

γιατί απλώς δεν την αντέχω.

 

Μα, όταν η προδοσία με γεμίζει φόβο,

δακρύζει η φωνή σου

κι αφήνουμε την μουσική

να χορεύει μόνη της

στους υγρούς τοίχους.

 

Κύκλους κάνει το φεγγάρι

κι είμαι στη μέση παγιδευμένη.

Λήθη

Για να σ’ ανταμώσω,

θα πλανηθώ ξυπόλυτη,

σε μονοπάτι

σκοτεινό, σαν τη ματιά σου,

γυμνό, σαν το κορμί σου,

υγρό, σαν το φιλί σου.

 

Γιατί, τα χείλη μου

μούσκεψες με ρακί

και γλυκάθηκα

και μέθυσε ο καημός

κι απόμεινες στη αγκαλιά μου,

δειλός και διψασμένος.

 

Νερό σου πρόσφερα,

από της λήθης το πηγάδι

και το έφτυσες στο πρόσωπό μου

και ξέχασα, εγώ.

Μετά

Ήρθε – κάποτε θα ερχόταν.

Τους πέντε πρώτους μήνες, μετά το χωρισμό, είχα πέσει σε κατατονία, κατάθλιψη και όλα τα παρεμφερή. Υπήρχαν μέρες, που έμενα κλεισμένη στο φοιτητικό μου δωμάτιο, κοιτώντας το ταβάνι – ενίοτε έπιανα κουβέντα μαζί του. Ξάπλωνα στο πάτωμα, δακρυσμένη, αγκαλιά με μερικές σελίδες και ένα κουτί σοκολατάκια. Κοιμόμουν ώρες ατελείωτες. Προσωπικό ρεκόρ: δεκαεφτά συνεχόμενες ώρες.

Αδιαφόρησα για τις πανελλήνιες – για δεύτερη φορά. Ευτυχώς, το “πανέξυπνο” μυαλό μου δεν με εγκατέλειψε τελείως. Κάτι έπρεπε να μου επιστρέψει το σύμπαν – για την ισορροπία, καταλαβαίνετε. Η μοναδική απασχόλησή μου ήταν το ωδείο κι αυτή σε χαμηλούς ρυθμούς. Μου έκανε καλό όμως, η παρουσία της δασκάλας, το τραγούδι, ο περίπατος μέσα από την αγορά.

Όταν ξυπνούσα το βραδάκι, κατά τις εννέα – δέκα, έκανα καυτό ντους και έπαιρνα τους δρόμους.

Κρυβόμουν σε σκοτεινά μπαρ της πόλης. Καθόμουν σε μια γωνιά, μόνη, σιωπηλή. Απέφευγα τη συνομιλία με διάφορους τύπους, που είχαν στο κούτελο, γραμμένη τη λέξη “loser”, οι οποίοι έλεγαν με ύφος “Πως και μόνη?”. Ο μπάρμαν συνήθως κερνούσε και τέταρτο και πέμπτο gin και δώστου σφηνάκια, που ούτε ξέρω τι δηλητήριο είχαν μέσα. Κι έπειτα χαμογελώντας μουδιασμένα, έβγαινα στο κρύο, με βοηθούσε να συνέλθω από τη γλυκιά ζάλη. Περπατούσα ως το σπίτι – είκοσι λεπτά δρόμος. Έπεφτα στο κρεβάτι μεθυσμένη – σχεδόν ερωτευμένη.

Είδα πολλές ταινίες εκείνη τη περίοδο. Διάβασα αρκετά βιβλία, με κάνουν να ξεχνιέμαι – όχι πάντα! Άκουγα πολύ ραδιόφωνο, κυρίως βραδινές εκπομπές, που δεν έχει πολύ μπλα – μπλα. Κάπως έτσι έγινε η πρώτη επαφή με τον Γ.

Οκτώ μήνες δεν με απασχολούσε να βρω κάποιον. It was out of the question. Βγήκα, ωστόσο, μερικά εντελώς αποτυχημένα ραντεβού, ελάχιστα για την ακρίβεια – δεν έχω κατακτήσεις εγώ.

Μετά, μια φωτογραφία ήρθε να θυμίσει στον Γ. την ύπαρξή μου. Και ήταν καλό! Μόνο που είχε άρωμα πορτοκάλι.

14 ώρες καλοκαίρι

Πνίγομαι. Βαριέμαι. Ζεσταίνομαι. Θέλω τη μοναξιά μου, αυτή που μισώ απίστευτα, αυτή θέλω μόνο για παρέα. Πριν καμιά εβδομάδα για 14 ώρες χαμογελούσα ανελλιπώς -έστω κι από μέσα μου! Τι να μου κάνουν 14 ώρες? Είναι σαν ορεκτικό. Σου ανοίγει η όρεξη, μετά περιμένεις το κυρίως πιάτο! Κι αυτό το γαμημένο δεν έρχεται! Μήπως πρέπει να το φέρω μόνη μου?

Το καλοκαίρι είναι πάντα περίοδος απολογισμού και περισυλλογής. Ατελείωτα ξενύχτια, τα οποία δε λέω ότι δε τα γουστάρω, απλώς θα προτιμούσα ένα “τσιγάρο” κι ένα “καλαμάκι” στο κρεβάτι μου.

Κι έπειτα ακούω τη μαγική λεξούλα. Μια λέξη μικροσκοπική. Τέσσερα γράμματα. Σπάνια την ακούω, αλλά είναι ικανή να με λιώσει, να με σκλαβώσει, να με παραλύσει! Παράγεται από τη βραχνάδα των χορδών του και φτάνει στα χείλη του. Κάθε φορά που την ακούω προσπαθώ να την αιχμαλωτίσω με το νου μου. Να συγκρατήσω κάθε λεπτομέρεια της χροιάς του. Θέλω να αντηχεί μέσα μου η λέξη και η φωνή του! Έχω όμως αδύναμη μνήμη. Ξεχνώ τον ήχο, μοναχά θυμάμαι την επιθυμία -κάθε λεπτό.

Ένας κήπος, ένα γέλιο, μια στιγμή αμηχανίας, λίγο αλκοόλ, μια αυτοκινητάδα, μια ταινία, ένα φιλί, μια ένωση κι έπειτα μια δεύτερη.

Καλοκαίρι ερωτικό – όχι ερωτευμένο…

“Eleanor Rigby”

Το τελευταίο χάδι στο λαιμό,

η αγκαλιά “της συνήθειας”,

το σφίξιμο των χεριών.

Καρφωμένα στο μυαλό.


Κάθεται στο μπαλκόνι

από τις έντεκα μέχρι τις πέντε παρά,

με το gin να στριφογυρίζει μέσα στη παλάμη της.

Χαμογελάει, αλκοόλ ρέει στις φλέβες της.

Μουδιάζει ηδονικά ο αυχένας της.

Ιδρώτας μουσκεύει την άσπρη φανέλα της.

Ακούγεται το “Eleanor Rigby”,

κλείνει τα μάτια,

γέρνει το κεφάλι προς τα πίσω.


Τώρα νιώθει

το σφίξιμο των χεριών,

την αγκαλιά “της συνήθειας”,

το τελευταίο χάδι στο λαιμό.

Σκιές

Κόκκινες σκιές, βαμμένες με αίμα,

τριγυρίζουν στο παραθύρι μου,

χαϊδεύουν την κουρτίνα,

τραγουδούν την μοναξιά,

σαν στοιχειωμένα καράβια, και

χορεύουν χορό ερωτικό,

σε θάλασσα ανταριασμένη.


Μεθυσμένες από κρασί και πόνο

πέφτουν σ’ ένα έπιπλο σκονισμένο,

που το βαραίνει ο χρόνος

κι αυτό παραπονεμένο τρίζει.


Απόψε, θα γείρουν στο κρεβάτι μου.

Αύριο, θα έρθουν πάλι στο παραθύρι μου,

με χείλη κόκκινα βαμμένα.


Καλώς ήρθατε!