Μην αρθρώσεις ούτε μια λέξη Anatol

Μην αρθρώσεις ούτε μια λέξη Anatol,
μην κουνηθείς, θα ήταν καλύτερα να φύγεις.
Για πάνω από είκοσι χρόνια,
μέσα στην αδράνεια και στην σιωπή σε περίμενα.
Ήμουν πάντα σίγουρη,
ήξερα πάντα ότι θα ερχόσουν πίσω σε μένα,
Anatol, έτσι ώστε η ζωή να μην αφήσει τα σημάδια της,
και τίποτα να μην αλλάξει,
από ότι αγάπησες, σε εμένα.
Μόνη, απομακρυσμένη, αθώρητη,
σε περίμενα. Ω, πόσο μελαγχολική
πόσο απελπισμένη, πόσο τυφλή ήμουν
ώστε να αφήσω τις μέρες να περάσουν
ασημάδευτες, παραμελημένες.
Πόσο ατελείωτο, πόσο μοναχικό,
πόσο εσφαλμένο, να στερήσω
από τον χρόνο μια ζωντανή καρδιά.
Η ομορφιά είναι ό,τι πιο δύσκολο
και από τον θάνατο να μείνει.
Και όλα αυτά τα έκανα για σένα!

Advertisements

Kurt Weil Dreigroschenoper (Bertolt Brecht)

Άλλοτε πίστευα, όταν ακόμα ήμουν αθώα, και τότε ήμουν τόσο αθώα όσο κι εσύ, πως ίσως κάποτε έρθει κάποιος και σε μένα και τότε πρέπει να ξέρω τι να κάνω. Και αν είχε λεφτά, και αν ήταν καλός και ο γιακάς του ήταν και τις εργάσιμες καθαρός και αν ήξερε τι να στείλει σε μια κυρία, τότε θα του έλεγα: “Όχι!” Γι’ αυτό οι άνθρωποι κρατούν ψηλά το κεφάλι και μένουν γενικά ακέραιοι. Σίγουρα το φεγγάρι έφεγγε όλη τη νύχτα, σίγουρα η βάρκα στερεώνεται στην όχθη, αλλά τίποτα παραπέρα δεν μπορεί να γίνει. Ναι, μπορεί κανείς λοιπόν να μην ξαπλώνει μόνο, ναι, πρέπει να είναι ψυχρός και άκαρδος, ναι, θα μπορούσαν λοιπόν πολλά να γίνουν, αχ γι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο: Όχι! Ο πρώτος που ήρθε ήταν άντρας από το Κεντ, ο οποίος ήταν όπως ένας άντρας οφείλει να είναι. Ο δεύτερος είχε τρία πλοία στο λιμάνι και ο τρίτος ήταν τρελός για μένα. Και εφόσον είχαν λεφτά, και εφόσον ήταν καλοί και ο γιακάς τους ήταν καθαρός και τις εργάσιμες, και εφόσον ήξεραν τι να στείλουν σε μια κυρία, τότε τους είπα: “Όχι!” Γι’ αυτό κράτησα το κεφάλι μου ψηλά και έμεινα γενικά ακέραιη. Σίγουρα το φεγγάρι έφεγγε όλη τη νύχτα, σίγουρα η βάρκα στερεώθηκε στην όχθη, μα παραπέρα τίποτε δεν μπορούσε να γίνει. Ναι, μπορεί κανείς λοιπόν να μην ξαπλώνει μόνο, ναι, έπρεπε να είμαι ψυχρή και άκαρδη. Ναι, θα μπορούσαν λοιπόν πολλά να γίνουν, αχ γι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο: Όχι. Όμως μια μέρα, και η μέρα ήταν γαλάζια, ήρθε ένας που δεν με παρακάλεσε. Και κρέμασε το καπέλο του στο καρφί στην κάμαρά μου, και δεν ήξερα πια τι να έκανα. Και εφόσον δεν είχε λεφτά, και εφόσον δεν ήταν καλός και ο γιακάς του δεν ήταν καθαρός ούτε την Κυριακή, και εφόσον δεν ήξερε τι να στείλει σε μια κυρία, σ’ αυτόν δεν είπα Όχι. Γι’ αυτό δεν κράτησα το κεφάλι μου ψηλά και δεν έμεινα ακέραια. Αχ το φεγγάρι έφεγγε όλη νύχτα, αχ η βάρκα δεν είχε στερεωθεί στην όχθη, και δεν μπορούσε να είναι καθόλου διαφορετικά. Ναι, πρέπει κανείς λοιπόν να ξαπλώνει απλά, αχ δεν πρέπει λοιπόν να είναι ψυχρός και άκαρδος. Αχ επειδή έπρεπε τόσα πολλά να γίνουν, ναι, γι’ αυτό δεν υπήρχε σίγουρα κανένα Όχι!



Όλο και πιο ήσυχος γίνεται ο ύπνος μου

Όλο και πιο ήσυχος γίνεται ο ύπνος μου, μόνο σαν πέπλο,

απλώνεται ο καημός μου, τρέμοντας επάνω μου.

Συχνά στο όνειρό μου σε ακούω να φωνάζεις

έξω από την πόρτα μου,

κανένας δεν αγρυπνεί και δεν σου ανοίγει,

εγώ ξυπνάω και κλαίω πικρά.

Ναι, εγώ θα πρέπει να πεθάνω, εσύ μια άλλη θα φιλήσεις,

όταν εγώ θα είμαι χλωμή και κρύα.

Προτού φυσήξουν οι άνεμοι του Μάη,

προτού κελαηδήσει η τσίχλα στο δάσος.

Θέλεις να με ξαναδείς ακόμα μια φορά, έλα αχ, έλα σύντομα!