άφησε εμένα να σε ψάξω

εγώ δεν ήθελα μια ήσυχη ζωή

…….

ένα γκρίζο σύννεφο

σκέπασε τον μπλε ουρανό

και γέμισε ο κόσμος σκιές

κι έβρεξε

και πλημμύρισα ήχους

Ξυπνήματα

μέσα στη νύχτα

αγγίζω με γυμνά πόδια το κρύο πάτωμα

περπάτησα…

περπατώ

φτάνω στην πόρτα

κοιτάζω τον καθρέφτη

βλέπω ένα άγριο πρόσωπο

και ταυτόχρονα άδειο

τόσο άδειο…

θέλει να το γνωρίσω

το απέφευγα καιρό

μα τώρα είναι εδώ και με κοιτάζει

έχω αηδιάσει…

γιατί εγώ δεν ήθελα να γνωρίσω τον σκληρό εαυτό μου

δεν ήθελα να έχω σκληρό εαυτό

– δεν αντέχω να είμαι σκληρή μαζί σου

και μια ζωή θα προσπαθώ

να μάθω

και μετά θα παρακαλώ

να ξεχάσω

και πάντα θα είναι λίγο 

Σακουλάκι

άνοιξε η ψυχή μου και χώθηκες μέσα της

άνοιξαν οι βρύσες των ματιών μου

κι ένιωθα για λίγο ζωντανή

και ξαφνικά για κάποιο λόγο που αγνοώ

στέρεψαν και αποκοιμήθηκαν

και τώρα είμαι άδεια

άδεια

τόσο άδεια

μη νομίζεις πως δεν γελάω ή δεν κλαίω

όχι, γελάω πολύ… και κλαίω… 

όπως εκείνες οι μαριονέτες –θυμάσαι;

με τα τεντωμένα σκοινάκια πάνω από τα κεφαλάκια τους

δεν ξέρω από πού πηγάζει η χαρά ή η θλίψη

ποια χαρά δηλαδή και ποια θλίψη

Σύνοψη

Ταξίδι

 

Να φεύγεις, μόνο αυτό έχει σημασία.

Να φεύγεις μέσα στη νύχτα

που νομίζεις πως δεν θα τελειώσει ποτέ.

Ν’ αναρωτιέσαι πόσο μεγάλο είναι το φεγγάρι.

Να προχωράς στο σκοτάδι, χωρίς να δειλιάζεις.

Κι όταν ανακαλύπτεις έρημα μάτια να σε κοιτάζουν,

φεύγα.

  

 

Πάθος

 

Με άγγιξες με τα δάχτυλά σου και ψιθύρισες “σε θέλω”.

Κι όταν δεν μπορούσα να κινηθώ -ή δεν ήθελα να κινηθώ-

με ικέτεψες, “τουλάχιστον αγκάλιασε με, δε δαγκώνω”.

Κι εγώ το έκανα κι αφέθηκα σε σένα διψασμένη.

Κι όλη τη νύχτα ήμασταν ένα.

Γυμνές σάρκες που τρίβονται, όπως οι ψυχές.

Πνιχτοί αναστεναγμοί και καυτές ανάσες

ξεγλιστρούσαν μέσα απ’ τα χέρια μας

σαν βουβές σκιές που πετούσαν πάνω απ’ τα σώματά μας.

 

 

 Απουσία

 

Πάντως δεν σου κάνω πλάκα. Θα ήταν πολύ σκληρό να παίζει κανείς με κάτι τέτοιο.

Είναι δύσκολη η κατάσταση, πες μου τι θες! Με κουράζει το “δεν ξέρω” σου. Αν εσύ νιώθεις έτσι, εγώ τι να πω? Ποτέ δεν μου λες τι νιώθεις, αν νιώθεις! Πρέπει πάντα να μαντεύω τι σκέφτεσαι, τι θέλεις. Ώρες – ώρες νιώθω ότι είμαι ένα “παρεμπιπτόντως” στη ζωή σου, ότι με έχεις για να περνάς καλά.

Αν κρατήσει κι άλλο, ποιος θα πονέσει περισσότερο? Αυτό δε το ξέρω. Ξέρω εγώ…

Άχου το, τι όμορφο που είναι!

Αυτό θα με βοηθήσει να ξεχάσω, αλλά θα υπάρχουν κάπου πάντα για να θυμάμαι. Το έχω ανάγκη να θυμάμαι.

Υπομονή, καρδούλα μου, λίγο έμεινε, μετά θα έχουμε πολύ χρόνο.

Μη μ’ αφήνεις.

Το ήξερες πως δεν θα ‘φευγα.

Πνίγομαι, που δεν μπόρεσα να… Δεν κατάλαβες τίποτα! Σου έδωσα, δεν πήρες. ΚΑΙ αυτό λάθος.

Πόσο μου στοίχιζε κάθε φορά που έφευγες.

Κάθε φορά ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, πιο μακριά από σένα

Κι εγώ να λιώνω στο πάτωμα και να σου μιλάω με τις ώρες κι εσύ να μην είσαι εκεί ν’ ακούσεις.

Και να σε περιμένω πίσω από την πόρτα, μάταια. Το ξέρω ότι δεν θα ‘ρθεις. Όχι πια.

 

 

Κύκλος

 

Η αρχή, το τέλος,

ξανά η αρχή, ξανά το τέλος

και πάλι το ίδιο.

Αέναος χορός στο σκοτάδι.

Δεν σταματά να σε περιτριγυρίζει.

Κι εσύ το επιτρέπεις.

Εφτά δευτερόλεπτα

άνοιξαν οι ψυχές μας

απιθωμένες σ’ ένα παγκάκι

καταδικασμένο στην άδεια πλατεία

πίσω από το φρούριο

που προσπαθείς να κατακτήσεις

πασχίζοντας να περάσεις το τοίχος

που μονάχα οι δυνατοί καταφέρνουν

να δουν τι κρύβει η άλλη μεριά

 

μα οι ψυχές μας άνοιξαν

έστω και για εφτά δευτερόλεπτα

Picture

εκείνη η φωτογραφία
που είναι θαμμένη σ’ ένα συρτάρι
μαζί με το χαμόγελο που κοίμισες
-όχι, όχι το δικό μου-
μου θυμίζει το ταξίδι που με πήγες

 

την κοίταξα και άδειασα
σαν μια λίμνη δίχως φλόγα

Monologue

Δυο άδεια ποτήρια, λερωμένα από κόκκινο κρασί, παρατημένα στον πάγκο της κουζίνας. Τα είδες. Παγιδεύτηκες στη θέα τους. Κι άντε τώρα να ξεφύγεις.

Φαντάζεσαι τον ήχο μιας πατρίδας που ουρλιάζει, σαν αδηφάγο ον σκαρφαλωμένο σε χάρτινα κάγκελα, που προσπαθεί να κάνει το ίδιο με σένα – να ξεφύγει. Τον ακούς.

Άκου τον.

Αρπάζεις ένα καθαρό ποτήρι – χαμηλό, σωλήνα, νεροπότηρο, κουβά – δεν έχει σημασία. Το γεμίζεις με κάτι που να καίει το μέσα σου. Το φέρνεις στα χείλη και το αδειάζεις, το αδειάζεις, το αδειάζεις.

Τι δροσιά!

Κι όταν φτάνει στον πάτο, το γεμίζεις ξανά.

Κι έτσι ξεδιψασμένος, οδηγείσαι από το Ι στην ήττα , στα γάμα, στο άλφα που κάθεται αδιάφορο σ’ εκείνο το ξύλινο παγκάκι, σαν τα άδεια ποτήρια στον πάγκο – μόνο αδιάφορα δεν σου είναι τα ποτήρια.

Τρέξε με το μυαλό σου, τρέχα, τρέχα.

Εκεί….

Έφτασες.

Ξεκουράσου σ’ εκείνο το αφιλόξενο, ξύλινο παγκάκι.

Η ήττα είναι όλη δική σου. 

Ιστορίες

Σε κοίταζα ώρες, μα δεν σε γνώριζα,

εσύ, ο γνωστός μου ξένος να με παρασύρεις

σε μικρές, ανίκανες, ανοργασμικές ιστορίες

που αγκομαχούν η μία πάνω στην άλλη

και να ξεγυμνώνεις το μυαλό από τη φαντασία

και μόνο ένα πορτοκάλι να ντύνει το κορμί με πόθο

κι έτσι καταλαβαίνεις πως έχεις κατέβει από το τρένο

-σε κατέβασαν-

κι ύστερα περιμένεις ένα άλλο τρένο,

που θα σε πάει μακριά, όμως δεν ξέρεις πόσο μακριά,

δεν ξέρεις σίγουρα, αλλά δεν έχει σημασία…

….που είναι ο επόμενος σταθμός?

Η πάνινη κούκλα

Χάνεσαι -απότομα,

γίνεσαι παιχνίδι σε χέρια γνώριμα

και χαίρεσαι που παίζουν μαζί σου,

ακόμη κι όταν καταλήγεις

σαν εκείνη την πάνινη ξεκοιλιασμένη κούκλα,

εσύ πάλι χαίρεσαι, χαίρεσαι γιατί δεν βλέπεις,

τα μάτια σου είναι δεμένα μ’ ένα ξεφτισμένο μαντίλι.

 

Γέλα λοιπόν.