Σύνοψη

Ταξίδι

 

Να φεύγεις, μόνο αυτό έχει σημασία.

Να φεύγεις μέσα στη νύχτα

που νομίζεις πως δεν θα τελειώσει ποτέ.

Ν’ αναρωτιέσαι πόσο μεγάλο είναι το φεγγάρι.

Να προχωράς στο σκοτάδι, χωρίς να δειλιάζεις.

Κι όταν ανακαλύπτεις έρημα μάτια να σε κοιτάζουν,

φεύγα.

  

 

Πάθος

 

Με άγγιξες με τα δάχτυλά σου και ψιθύρισες “σε θέλω”.

Κι όταν δεν μπορούσα να κινηθώ -ή δεν ήθελα να κινηθώ-

με ικέτεψες, “τουλάχιστον αγκάλιασε με, δε δαγκώνω”.

Κι εγώ το έκανα κι αφέθηκα σε σένα διψασμένη.

Κι όλη τη νύχτα ήμασταν ένα.

Γυμνές σάρκες που τρίβονται, όπως οι ψυχές.

Πνιχτοί αναστεναγμοί και καυτές ανάσες

ξεγλιστρούσαν μέσα απ’ τα χέρια μας

σαν βουβές σκιές που πετούσαν πάνω απ’ τα σώματά μας.

 

 

 Απουσία

 

Πάντως δεν σου κάνω πλάκα. Θα ήταν πολύ σκληρό να παίζει κανείς με κάτι τέτοιο.

Είναι δύσκολη η κατάσταση, πες μου τι θες! Με κουράζει το “δεν ξέρω” σου. Αν εσύ νιώθεις έτσι, εγώ τι να πω? Ποτέ δεν μου λες τι νιώθεις, αν νιώθεις! Πρέπει πάντα να μαντεύω τι σκέφτεσαι, τι θέλεις. Ώρες – ώρες νιώθω ότι είμαι ένα “παρεμπιπτόντως” στη ζωή σου, ότι με έχεις για να περνάς καλά.

Αν κρατήσει κι άλλο, ποιος θα πονέσει περισσότερο? Αυτό δε το ξέρω. Ξέρω εγώ…

Άχου το, τι όμορφο που είναι!

Αυτό θα με βοηθήσει να ξεχάσω, αλλά θα υπάρχουν κάπου πάντα για να θυμάμαι. Το έχω ανάγκη να θυμάμαι.

Υπομονή, καρδούλα μου, λίγο έμεινε, μετά θα έχουμε πολύ χρόνο.

Μη μ’ αφήνεις.

Το ήξερες πως δεν θα ‘φευγα.

Πνίγομαι, που δεν μπόρεσα να… Δεν κατάλαβες τίποτα! Σου έδωσα, δεν πήρες. ΚΑΙ αυτό λάθος.

Πόσο μου στοίχιζε κάθε φορά που έφευγες.

Κάθε φορά ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, πιο μακριά από σένα

Κι εγώ να λιώνω στο πάτωμα και να σου μιλάω με τις ώρες κι εσύ να μην είσαι εκεί ν’ ακούσεις.

Και να σε περιμένω πίσω από την πόρτα, μάταια. Το ξέρω ότι δεν θα ‘ρθεις. Όχι πια.

 

 

Κύκλος

 

Η αρχή, το τέλος,

ξανά η αρχή, ξανά το τέλος

και πάλι το ίδιο.

Αέναος χορός στο σκοτάδι.

Δεν σταματά να σε περιτριγυρίζει.

Κι εσύ το επιτρέπεις.

Advertisements

Κατρακύλα

Ξυπνάω αδιάφορα.

Όσο κυλά η ώρα, κατρακυλά και η διάθεση μου, με αποτέλεσμα τα βράδια να είναι βαριά και οι νύχτες μακριές.

Γκρινιάζω πολύ. Μ’ έχει πιάσει κρίση αποδοχής του εαυτού μου. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά? Νιώθω άχρηστη -σκληρή λέξη- ότι κάνω ελάχιστα πράγματα κι αυτά δεν τα κάνω καλά, ότι δεν είμαι για τίποτα. Είμαι κι από τη φύση μου τεμπέλα και …. ουφ.

Στην πραγματικότητα νομίζω πως δεν με κρατάει πίσω η τεμπελιά, αλλά ο φόβος. Τι στο καλό φοβάμαι τόσο πολύ? Τους ανθρώπους? Εμένα? Τι? Τον πόνο? Δεν ξέρω να χειρίζομαι τον πόνο. Κουράστηκα.

Είναι κι αυτή η Κ. ανυπόφορη βρε αδερφέ. Δεν αντέχω να τη βλέπω, μου γ….. τη ψυχολογία πριν καν μιλήσει -τηλεπαθητικές ικανότητες.

Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ, άναρχες σκέψεις από εδώ κι από κει, σκόρπια θέλω και αναλαμπές.

Έχω ανοιχτή τηλεόραση, δεν παρακολουθώ, δεν μ’ αρέσει, για το φως την έχω, πολύ χαμηλά την ένταση ίσα-ίσα ν’ ακούγεται κάτι -ξέρεις, αυτό που σε κάνει να μη νιώθεις μόνος. Ανοιχτός κι ο υπολογιστής, παίζει μουσικούλα, χαζολογάω στο ίντερνετ με μακρινούς φίλους -ξέρεις, αυτό που σε κάνει να μη νιώθεις ολομόναχος.

Θέλω κάτι να γεμίσει το κενό που έχω μέσα μου -και δεν εννοώ αυτό που έχω να φάω από χθες. Ή απλώς να ξεχνιέμαι -ξέρω, τα κενά δε γεμίζουν με gin.

Στιγμές

Πέρασαν τα χρόνια,

κι ακόμη αγκαλιάζω τις στιγμές.

Δεν ξεχνώ, δεν θέλω να ξεχάσω.

Μ’ αρέσει να θυμάμαι,

να αναπολώ τις όμορφες μέρες

που έβλεπα τα μάτια του,

τις νύχτες που χανόμουν στην αγκαλιά του

και μου ψιθύριζε τα “σ’ αγαπώ”,

γνωρίζοντας πια

πως δεν μ’ αγάπησε.

Δεν μ’ αγάπησε

γιατί δεν ξέρω αγάπη τι θα πει.

Γιώτα – Παναγιώτα

Τις προάλλες, συζητούσαμε με μια παρέα για την πρώτη ερωτική επαφή ενός ζευγαριού και ήρθε στο νου μου η εξής ιστορία.


Φτάνω στο σταθμό, έρχεται να με πάρει. Ακόμη είμαστε σε πρώιμο στάδιο. Μόνο ένα φιλί μας έχει ενώσει. Είναι ωραία η αναγνωριστική φάση, γεμάτη ανακαλύψεις… και εκπλήξεις! Κατευθυνόμαστε προς το σπίτι του, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πλημμυρισμένοι από αμηχανία, ερωτισμό και προσδοκία.

Μπαίνουμε στο ασανσέρ. Με φιλάει – σαν να πρωταγωνιστούμε σε ρομαντική κομεντί. Φτάνουμε στον τρίτο, με πιάνει από το χέρι, μπροστά αυτός και πίσω εγώ ακολουθώ. Ανεβαίνουμε μερικές σκάλες. Φτάνουμε στην εξώπορτα του διαμερίσματός του. Ξεκλειδώνει, μπαίνουμε μέσα. Κοιτάζω εξεταστικά το χώρο – μαθαίνεις πολλά πράγματα για τους ανθρώπους βλέποντας το σπίτι τους. Μυρίζει “αυτός”. Ο υπολογιστής ανοιχτός, παίζει αγαπημένες μελωδίες – “The Beatles”, “Υπόγεια Ρεύματα”. Κάθομαι στον μοναδικό καναπέ που υπάρχει στο σαλόνι του. Κάθεται κι αυτός δίπλα μου. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε – μάλλον δεν έχει σημασία. Πλησιάζει πιο κοντά. Αρχίζει να με φιλάει κι εγώ ανταποδίδω. Για αρκετή ώρα είμαστε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Τώρα ακούγεται κάτι από “Θανάση Παπακωνσταντίνου”. Με ρωτάει με ύφος παιδικό: “να βγάλουμε κανένα ρούχο?”, “δε ξέρω” του απαντώ γελαστά. Πάντα με πείραζε για τον τρόπο που έλεγα “δε ξέρω” και ενίοτε “ζε ξέλω”. Πολλές φορές άμα διαισθανόταν ότι θα έλεγα τη φράση αυτή, με προλάβαινε και την έλεγε πρώτος με εμπαικτικό τόνο, κι εγώ είτε γελούσα, είτε στράβωνα – τάχα μου. Μου βγάζει τη μπλούζα, κι εγώ τη δική του. Δε θα μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Η ώρα κυλάει κι εμείς ανταλλάζουμε ηδονικά χάδια. Ξαπλώνουμε στο καναπέ – αυτός επάνω μου. Μια στιγμή μαγική.

Σειρά έχει ο “John Lennon”. Βρισκόμαστε σε έκσταση, ποθούμε να ξεσκεπάσουμε την αλήθεια του άλλου, μέσα από την ερωτική συνουσία. Το κορμί μου, το κορμί του, τα κορμιά μας. Ενώνονται.

Έπειτα από λίγα λεπτά, από τον υπολογιστή ηχεί το εξής άσμα: “το μ…ί το λένε Γιώτα και το π….ο Παναγιώτα”. Προσποιηθήκαμε ότι δεν το ακούσαμε – και καλά! Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Ευτυχώς!


Άλλη φορά πρόσεχε τη λίστα αναπαραγωγής. Μη τ’ αφήνεις όλα στη τύχη!



14 ώρες καλοκαίρι

Πνίγομαι. Βαριέμαι. Ζεσταίνομαι. Θέλω τη μοναξιά μου, αυτή που μισώ απίστευτα, αυτή θέλω μόνο για παρέα. Πριν καμιά εβδομάδα για 14 ώρες χαμογελούσα ανελλιπώς -έστω κι από μέσα μου! Τι να μου κάνουν 14 ώρες? Είναι σαν ορεκτικό. Σου ανοίγει η όρεξη, μετά περιμένεις το κυρίως πιάτο! Κι αυτό το γαμημένο δεν έρχεται! Μήπως πρέπει να το φέρω μόνη μου?

Το καλοκαίρι είναι πάντα περίοδος απολογισμού και περισυλλογής. Ατελείωτα ξενύχτια, τα οποία δε λέω ότι δε τα γουστάρω, απλώς θα προτιμούσα ένα “τσιγάρο” κι ένα “καλαμάκι” στο κρεβάτι μου.

Κι έπειτα ακούω τη μαγική λεξούλα. Μια λέξη μικροσκοπική. Τέσσερα γράμματα. Σπάνια την ακούω, αλλά είναι ικανή να με λιώσει, να με σκλαβώσει, να με παραλύσει! Παράγεται από τη βραχνάδα των χορδών του και φτάνει στα χείλη του. Κάθε φορά που την ακούω προσπαθώ να την αιχμαλωτίσω με το νου μου. Να συγκρατήσω κάθε λεπτομέρεια της χροιάς του. Θέλω να αντηχεί μέσα μου η λέξη και η φωνή του! Έχω όμως αδύναμη μνήμη. Ξεχνώ τον ήχο, μοναχά θυμάμαι την επιθυμία -κάθε λεπτό.

Ένας κήπος, ένα γέλιο, μια στιγμή αμηχανίας, λίγο αλκοόλ, μια αυτοκινητάδα, μια ταινία, ένα φιλί, μια ένωση κι έπειτα μια δεύτερη.

Καλοκαίρι ερωτικό – όχι ερωτευμένο…

Καπελάκι

Πιο μόνη απ’ τη μοναξιά,

σ’ ένα δωμάτιο πιο σκοτεινό απ’ τη νύχτα,

η μουσική σου,

μου ψιθυρίζει μνήμες.

Εγώ, σκέφτομαι

το καπελάκι

του πλανόδιου μουσικού, που διέσχιζε τη Τσιμισκή,

φορτωμένος μια μελωδία στη πλάτη του.

-ανοιχτό καφέ, σκούρο μελί-

Μου θύμισε το χρώμα των ματιών σου.

Δυο υπέροχα μάτια, που έχω πέντε μήνες να αντικρίσω.

Δυο μάτια, που κλείσαν τα βλέφαρά τους πια για μένα.

Απόψε, μου λείπεις πιο πολύ από ποτέ,

κι είναι τα δάκρυά μου

που καιν τα χείλη μου και τη ψυχή μου.

Δε θα σε ξεχάσω,

μονάχα,

θα συνηθίσω την απουσία σου.

Μπέρδεμα (;)

Νοέμβρης 2008

Ίσως να ευθύνεται το νεαρό της ηλικίας της που όλα μέσα στο μυαλό της είναι σαν ένα μάλλινο κουβάρι από αυτά που παίζουν τα μικρά γατάκια. Σκόρπια, αμέτρητα, αναπάντητα (;) ερωτήματα! “Πώς και γιατί μπήκαν στο στομάχι μου πεταλούδες; Γιατί χαμογελάω με έναν ηλίθιο τρόπο στη σκέψη του; Γιατί κλαίω; -είχα καιρό να κλάψω! Γιατί ανυπομονώ να έρθει η “μέρα μας”; Γιατί χτυπάει δυνατά η καρδιά μου όταν ακούω τη φωνή του; Γιατί;” Γιατί….Γιατί;!

Δε μπορεί να βρει λογική! Ποια; Αυτή, που για όλα έχει έτοιμη κάποια λογική εξήγηση. Τόσο εκνευριστική γίνεται εξαιτίας της στιγνής λογικής της. Ποτέ δεν αφήνει τους άλλους να ονειρεύονται. Θεωρεί ανόητο εώς αξιολύπητο να παραμυθιάζονται οι άνθρωποι. Πάντα τους “προσγειώνει”. Γιατί όμως; Γιατί την ενοχλεί όταν οι άλλοι στο όνειρο βρίσκουν τον “Παράδεισο” που ανακουφίζει τις πληγές τους; Για να μη νιώθει μόνη στο δικό της τετράγωνο κόσμο; Τη φοβάται τη μοναξιά!

Και τότε έγινε κάτι σαν έκρηξη μέσα της! Εκείνη τη μελαγχολική νύχτα του Νοέμβρη στα 17 της πλέον χρόνια παραδέχτηκε -στον εαυτό της- ότι έτσι τόσο γλυκά, απρόσμενα της χτύπησε ο Έρωτας -ο ποιος; αφού δεν υπάρχει…ή μήπως…;- την πορτούλα της καρδιάς της, και αυτή δειλά-δειλά την άνοιξε….Ένιωσε τη μοναξιά της να χάνεται παρόλο που ολομόναχη ήταν στο σπίτι και μάλιστα είχε επιλέξει εκείνο το βράδυ να μη τη συντροφεύσει η μουσική….Δεν την είχε ανάγκη. Της ήταν αρκετό να τον σκέφτεται….και η υποψία ότι ίσως και αυτός την έφερνε στο νου του….

Τον επίλογο της ιστορίας δεν τον γνωρίζει και αυτό ίσως να την τρομάζει! Όμως, όχι! Δεν θα το βάλει στα πόδια! Όχι αυτή τη φορά. Τώρα έχει διαφορετική υφή και η επιθυμία να την αγγίξει και να τη νιώσει υπερβαίνει το φόβο της. Άλλωστε “….δι’ λέου καφόβου περαίνουσα τν τν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.” Φυσικά αυτό ισχύει μόνο στις τραγωδίες, ωστόσο μη της το πείτε! Μη τη ξυπνάτε! Αφήστε την να ζήσει το όνειρο…. και ας ξυπνήσει σε έναν εφιάλτη.