Θυμός

Πρέπει να φύγει, να τον διώξω, με κούρασε.

Για να φύγει, πρέπει να βρω το με ποιόν.

Όταν το βρω, πρέπει να ανακαλύψω το γιατί.

Από ποιόν πάω να κρυφτώ?

Μαζί μου και μαζί σας.

Γιατί σας επέτρεψα και γιατί δεν διστάσατε.

Μα τώρα δεν μπορώ να φωνάξω,

μόνο να το καταπιώ.

Και καταπίνω γουλιά – γουλιά το θυμό.

Κι αυτός πνίγει τη φωνή μου, καίει τα μάτια μου.


»Και δεν έχεις ιδέα τι τράβηξα.

Την παραμικρή ιδέα για το τι μου πήρες.»

Ναι – ναι, ξέρω – έμαθα!

Ένας άνθρωπος που δεν μιλάει, δεν μπορεί να αγαπηθεί.

Μπορεί όμως να αγαπήσει – σιωπηλά.

Advertisements

Ιδέα

Τι γεύση θα έχει το όνομά σου,

καθώς θα σε ψιθυρίζουν αχνά τα χείλη μου μες στο σκοτάδι;

Τι υφή θα τυλίγει την αγκαλιά σου;

Τι χρώμα θα νυχτώνει στο βλέμμα σου;

Καστανοκόκκινο-σαν ρίζα άγριας τριανταφυλλιάς;

 


 

 

 

Πως θα μυρίζουν οι σκέψεις σου;

Πως θα ανθίζεις τ’ ανοιξιάτικα βράδια;

Πως θα χαμογελάς αύριο;

Σαν τον ανθό της πέτρας

ή σαν μολυβένιος καθρέφτης;

 


 

 

 

Κι εγώ, μια στάλα πόθου βυθισμένη στο δικό σου ποτήρι,

πολιορκημένη από μια Ιδέα, άρρηκτα ενωμένη με τη σκιά μου…