ένα απόγευμα του Ιούνη

με νανούρισες

με τραγούδια των Beatles

κρατώντας με στην αγκαλιά σου

έβρεχε

με φίλησες

έκλαψα

δεν κοίταξες πίσω

μια νύχτα

μετά από χρόνια

με ξύπνησες

τραγούδησα

κι ήταν τόσο λίγο

δεν γύρισες να δεις

Κύκλους κάνει το φεγγάρι

Λίγο gin με λεμόνι,

αγριεύει το βλέμμα μου.

 

Γλιστράω στα μπλε σεντόνια σου

κι είναι σαν έρημη πλατεία.

Μ’ ένα μαντίλι δένω τους πόθους σου

στον καρπό μου σφιχτά,

μην ξεφύγει στάλα αίμα από τις φλέβες.

 

Με μιαν αλλόκοτη τρυφεράδα

μπαίνεις μέσα μου

και η ζέστη του τρεμάμενου

από έρωτα κορμιού σου,

φυλακίζει την ηδονή μας,

σε μια νεκρή φωτογραφία,

που τράβηξε το θολωμένο μου μυαλό.

 

Έπειτα…

γονατίζω μπροστά στην ειλικρίνεια,

που με κλειστά μάτια μονάχα αντικρίζω,

γιατί απλώς δεν την αντέχω.

 

Μα, όταν η προδοσία με γεμίζει φόβο,

δακρύζει η φωνή σου

κι αφήνουμε την μουσική

να χορεύει μόνη της

στους υγρούς τοίχους.

 

Κύκλους κάνει το φεγγάρι

κι είμαι στη μέση παγιδευμένη.

Η τεχνολογία μας φέρνει κοντά

Είμαι πολύ χαρούμενη αυτές τις μέρες και γιατί να μην είμαι άλλωστε…? Η τεχνολογία μας φέρνει κοντά, και συγκεκριμένα με τη Θεσσαλονίκη.

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ηλεκτρακουστικής και Τηλεοπτικών Συστημάτων της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, για πρώτη φορά ένα πρωτοποριακό εγχείρημα, που αποτελεί παγκόσμια καινοτομία. Ταινίες του Φεστιβάλ, θα εξαπλωθούν σε 4 πόλεις και θα μεταδοθούν ζωντανά (live streaming) σε ΑΕΙ και ΤΕΙ μέσω του πανεπιστημιακού δικτύου GRNET, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε κάθε Έλληνα να τις παρακολουθήσει χωρίς να χρειαστεί να επισκεφθεί τη Θεσσαλονίκη. (Γιώργος Παπανικολάου, Διευθυντής Εργαστηρίου Ηλεκτρακουστικής & Τηλεοπτικών Συστημάτων ΑΠΘ.)

Μια από αυτές τις πόλεις είναι η Κέρκυρα με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Οι προβολές γίνονται στην Ιόνιο Ακαδημία και με χαρά διαπίστωσα, πως έχουν ιδιαίτερη απήχηση τόσο στους φοιτητές, όσο και στους υπόλοιπους κατοίκους του νησιού.

Σήμερα, πριν την προβολή του ντοκιμαντέρ έγινε ζωντανή σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη και το “ΟΛΥΜΠΙΟΝ” για την παρουσίαση του “Καναρίνι μου γλυκό” από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, Roy Sher, ο οποίος χαιρέτησε το Φεστιβάλ, κάνοντας μάλιστα αναφορά στον Μανώλη Ρασούλη.

Το ντοκιμαντέρ ξετύλιγε την ιστορία της Ρόζας Εσκενάζι, τραγουδίστρια του ρεμπέτικου. Ακούστηκαν πολυαγαπημένα τραγούδια, ταξιδέψαμε σε μιαν άλλη εποχή, στους ίδιους τόπους, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, Σμύρνη. Συγκίνηση και συναισθηματική φόρτιση αγκάλιαζε την ίδια την ιστορία, ωστόσο δεν απουσίαζε το χιούμορ.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το γεγονός ότι, όταν τελείωσε το ντοκιμαντέρ και άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι, ο κόσμος δεν έφυγε, αλλά έμεινε εκεί να ακούσει και το τελευταίο τραγούδι κι έπειτα ξέσπασε γι’ ακόμη μια φορά σε χειροκρότημα τόσο θερμό, τόσο ζωντανό, αληθινό.

Μπράβο γι’ αυτή τη πρωτοβουλία. Ο πολιτισμός μας έχει ανάγκη από τέτοιες κινήσεις!

 

Jazzέψαμε

Ο κιθαρίστας με τον μπερέ, ο τρομπετίστας με την κοτσίδα, στο μπάσο ο μουσάτος με τα κίτρινα και ο ντράμερ με τη γραβάτα. Ένα κουαρτέτο jazz μουσικής, που πραγματικά μας άφησε άφωνους. Εκπληκτικές διασκευές, μοναδικές ερμηνείες.

Καλή παρέα, ανοιχτές καρδιές, θολωμένα μυαλά, μαζεμένα σ’ ένα μπαρ στο νέο φρούριο, ζεστό και εμπνευσμένο να εμπνέει. Η μουσική πλημμύριζε τον χώρο, η ατμόσφαιρα μαγευτική. Όλοι απολαμβάναμε με μάτια γεμάτα ενθουσιασμό και πολλές φορές νιώθαμε να μας διαπερνά ρίγος από τη συγκίνηση, που με τόσο ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να προκαλέσει η μουσική.

Η ενέργειά των μουσικών πάνω στη σκηνή, δεν μας άφηνε περιθώρια να στρέψουμε αλλού το βλέμμα. Τους αποθεώναμε με κάθε τρόπο, χειροκροτήματα, κραυγές, ουρλιαχτά, σφυρίγματα.

Παρασυρθήκαμε στο ρυθμό της μουσικής και…. jazzέψαμε.

Φόρεσε το κοστούμι σου

Παίξε! Κι ενώ βρίσκομαι σε παραλήρημα,

δεν ξέρω πια τι να πω ή τι να κάνω!

Κι όμως είναι απαραίτητο…να κάνω μια προσπάθεια!

Μα! Δεν είσαι άνθρωπος?

Είσαι παλιάτσος!

 

 

Φόρεσε το κοστούμι σου,

βάψε το πρόσωπό σου.

Οι άνθρωποι πλήρωσαν για να είναι εδώ και θέλουν να γελάσουν.

Κι αν ο Αρλεκίνος κλέψει την Κολομπίνα σου,

γέλα, παλιάτσε, έτσι το πλήθος θα σε χειροκροτήσει!

Μετέτρεψε τη θλίψη σου και τα δάκρυά σου σε ευθυμία,

τον πόνο σου και τους λυγμούς σε μορφασμό – Α!

 

 

Γέλα, παλιάτσε,

στη ραγισμένη σου αγάπη!

Γέλα στη θλίψη που δηλητηριάζει την καρδιά σου!


Σύμπτωση

Δύο άντρες διαφορετικής γενιάς, νοοτροπίας, σκέψης. Με συνδέει διαφορετικού είδους σχέση με τον καθένα. Ο ένας με ξέρει αρκετά, ο άλλος αμυδρά.

Μου έχουν αφιερώσει το ίδιο τραγούδι, το οποίο είναι και το μοναδικό, που μου έχουν αφιερώσει. Ένα τραγούδι, που αφιέρωσαν με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετική εποχή.

Προσεγγίζει έντονα το στυλ του ενός, ο άλλος θα μπορούσε να το ακούσει, αλλά δεν νομίζω ότι τον αντιπροσωπεύει.

Δεν έχει καμία σχέση με μένα! Δεν μου αρέσει καν.

Απλώς, όποτε το ακούω, θυμάμαι.

Γιώτα – Παναγιώτα

Τις προάλλες, συζητούσαμε με μια παρέα για την πρώτη ερωτική επαφή ενός ζευγαριού και ήρθε στο νου μου η εξής ιστορία.


Φτάνω στο σταθμό, έρχεται να με πάρει. Ακόμη είμαστε σε πρώιμο στάδιο. Μόνο ένα φιλί μας έχει ενώσει. Είναι ωραία η αναγνωριστική φάση, γεμάτη ανακαλύψεις… και εκπλήξεις! Κατευθυνόμαστε προς το σπίτι του, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πλημμυρισμένοι από αμηχανία, ερωτισμό και προσδοκία.

Μπαίνουμε στο ασανσέρ. Με φιλάει – σαν να πρωταγωνιστούμε σε ρομαντική κομεντί. Φτάνουμε στον τρίτο, με πιάνει από το χέρι, μπροστά αυτός και πίσω εγώ ακολουθώ. Ανεβαίνουμε μερικές σκάλες. Φτάνουμε στην εξώπορτα του διαμερίσματός του. Ξεκλειδώνει, μπαίνουμε μέσα. Κοιτάζω εξεταστικά το χώρο – μαθαίνεις πολλά πράγματα για τους ανθρώπους βλέποντας το σπίτι τους. Μυρίζει “αυτός”. Ο υπολογιστής ανοιχτός, παίζει αγαπημένες μελωδίες – “The Beatles”, “Υπόγεια Ρεύματα”. Κάθομαι στον μοναδικό καναπέ που υπάρχει στο σαλόνι του. Κάθεται κι αυτός δίπλα μου. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε – μάλλον δεν έχει σημασία. Πλησιάζει πιο κοντά. Αρχίζει να με φιλάει κι εγώ ανταποδίδω. Για αρκετή ώρα είμαστε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Τώρα ακούγεται κάτι από “Θανάση Παπακωνσταντίνου”. Με ρωτάει με ύφος παιδικό: “να βγάλουμε κανένα ρούχο?”, “δε ξέρω” του απαντώ γελαστά. Πάντα με πείραζε για τον τρόπο που έλεγα “δε ξέρω” και ενίοτε “ζε ξέλω”. Πολλές φορές άμα διαισθανόταν ότι θα έλεγα τη φράση αυτή, με προλάβαινε και την έλεγε πρώτος με εμπαικτικό τόνο, κι εγώ είτε γελούσα, είτε στράβωνα – τάχα μου. Μου βγάζει τη μπλούζα, κι εγώ τη δική του. Δε θα μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Η ώρα κυλάει κι εμείς ανταλλάζουμε ηδονικά χάδια. Ξαπλώνουμε στο καναπέ – αυτός επάνω μου. Μια στιγμή μαγική.

Σειρά έχει ο “John Lennon”. Βρισκόμαστε σε έκσταση, ποθούμε να ξεσκεπάσουμε την αλήθεια του άλλου, μέσα από την ερωτική συνουσία. Το κορμί μου, το κορμί του, τα κορμιά μας. Ενώνονται.

Έπειτα από λίγα λεπτά, από τον υπολογιστή ηχεί το εξής άσμα: “το μ…ί το λένε Γιώτα και το π….ο Παναγιώτα”. Προσποιηθήκαμε ότι δεν το ακούσαμε – και καλά! Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Ευτυχώς!


Άλλη φορά πρόσεχε τη λίστα αναπαραγωγής. Μη τ’ αφήνεις όλα στη τύχη!



Σκιές

Κόκκινες σκιές, βαμμένες με αίμα,

τριγυρίζουν στο παραθύρι μου,

χαϊδεύουν την κουρτίνα,

τραγουδούν την μοναξιά,

σαν στοιχειωμένα καράβια, και

χορεύουν χορό ερωτικό,

σε θάλασσα ανταριασμένη.


Μεθυσμένες από κρασί και πόνο

πέφτουν σ’ ένα έπιπλο σκονισμένο,

που το βαραίνει ο χρόνος

κι αυτό παραπονεμένο τρίζει.


Απόψε, θα γείρουν στο κρεβάτι μου.

Αύριο, θα έρθουν πάλι στο παραθύρι μου,

με χείλη κόκκινα βαμμένα.


Καλώς ήρθατε!

Ακούω την αγάπη

Περασμένα μεσάνυχτα Δευτέρας, μια δροσερή νύχτα από αυτές, που δεν θέλεις να τελειώσουν ποτέ. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή, ώστε να απολαμβάνω τον «ήχο».


Δύο-τρία τζιτζίκια τραγουδούν κι ανάμεσά τους ένας γρύλος.(trio-quarteto)

Τα γειτονάκια μου, μιλούν ρώσικα στο μπαλκόνι τους, με ένα κρύφο staccato στη φωνή.

Κάπως innocente ζωγραφίζεται η μουσική από τα μπαράκια της Συγγρού και της Βαλαωρίτου.

Μια σειρήνα -ασθενοφόρο, περιπολικό ή πυροσβεστική, ποιός ξέρει;- στο βάθος του δρόμου σκεπάζεται από τον furioso ήχο μιας μηχανής, που καλπάζει γεμάτη αυθορμητισμό.

Η διπλανή έχει βάλει στο repeat το “Nights in white satin”, ενώ ο τσιγαρόβηχάς της επαναλαμβάνεται με ένα διπλό ή τριπλό “γκουχου”, το οποίο εξασθενεί σταδιακά. (diminuendo)

Κάποιος καλεί το ascenseur -ευτυχώς δεν είμαι μέσα, ώστε να ακούσω τον εκκωφαντικό κρότο που πλάθουν οι αυτόματες πόρτες, όταν ανοίγουν.

Από πάνω ακούγονται βήματα, ελαφρώς μεθυσμένα, 1-2-3, 1-2-3. Χορεύουν waltz;

Ένας σωλήνας τρέχει, σαν ρυάκι που χύνεται σε ποτάμι.

Ένα αεροπλάνο περνά πάνω απ’το κεφάλι μου, για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο “Μακεδονία”. Πίσω του αφήνει ήχο σίγουρο για το που οδηγεί αυτή η νότα. (alla marcia)

Από κάποια αίθουσα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης ένα νυχτερινό του Chopin για πιάνο, πλυμμηρίζει τον αέρα -μελετά κάποιος ή προσπαθεί να αγγίξει την ψυχή μου; (con anima)

Το πάθος δύο εραστών από την απέναντι οικοδομή, όπου χαρίζει ο ένας στον άλλο την ηδονή της ανάσας, που ολοένα γίνεται πιο έντονη και γρήγορη για να κορυφωθεί και να σβήσει. (appassionato)

Ένα κουνούπι, μοιράζεται τα μυστικά του μαζί μου, ψιθυρίζοντάς τα με έναν εξομολογητικό τόνο.(pianissimo)

Τα αυτοκίνητα που απόμειναν στο δρόμο. Μια κόρνα.

Η συνομιλία δύο σκύλων, που χάνεται στην απόσταση.(fade out)


Πάνω (ή κάτω) από όλα αυτά ακούγεται μια υπόκωφη βοή. Αν ήμουν σε νησί θα έλεγα πως είναι τα κύματα που σκαν στη ακροθαλασσιά. Όμως, είναι ο άνεμος που χορεύει ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων.

Κι εγώ, παραδομένη, αφουγκράζομαι την έκσταση, ακούω την αγάπη.

Δάσος

Τα χείλη σου γαντζωμένα στα δικά μου

γυρεύουν ένα κόκκινο χρώμα.


Διψάω…


Η ψυχή μου αναζητά την φωνή σου.

Χάρισέ μου μια σου νότα.


Άφησέ με να δαγκώσω την ανάσα σου,

που απλώς φαντάζομαι  -γιατί δε γνώρισα-

πως μου ζεσταίνει ηδονικά το λαιμό…


…κι έπειτα, γλιστρά και χάνεται

-μαγικά-

σαν κερί που έσβησε μονάχο σ’ένα δάσος

ή σαν ρόδο που στον άνεμο τα πέταλα σκορπά

σα να’τανε φιλιά που δε δώθηκαν ποτέ.


Κι αν μεσ’τα μάτια σου φωλιάζει πυρωμένο βλέμμα,

ας είναι η φωτιά του που θα με κάψει, κι ας καώ.