πως είσαι

εγκλωβισμένη σ’ εναν κόσμο χωρίς την ποίηση των λέξεών σου

έχω για να κρατιέμαι μονάχα κάτι λίγα ψίχουλα

σκόρπια

στην αιωνιότητα που βυθίστηκα γιατί λείπεις

εσύ με την αοριστία σου που μ’ έμαθε πως κλίνεται η αμηχανία

μα -πόσο μάταιο- τώρα όλα ένα μηδέν

δίχως αρχή και τέλος

δεν ανασαίνω

δεν σε φτάνω

εγώ στο μηδέν

εσύ στο άπειρο

Τι γύρευες;

Τύφλα στο μεθύσι

μ’ έλουσες με τέτοιον έρωτα

που ονειρεύομαι ακόμα την ανάσα σου

που μ’ απαρνήθηκε

κι οι κόρες βούρκωσαν

κι έσταξαν θάλασσες γεμάτες αρμύρα

σαν το πρώτο μας φιλί

που ‘χε μια γεύση τρικυμίας -ε, μπύρας-

μα τι γύρευες;

Τα χρώματα του πάγου

η θύμηση

είναι πόνος

ο πόνος καίει

τα μάγουλα

κατακόκκινα σαν αίμα

τα μάτια σταθερά

τα χέρια όχι

όπως αρχίζει

έτσι τελειώνει

στο σταθμό

εγώ γκρι

εσύ μπλε

Βουλιάζω

στους καφέ, βελούδινους καναπέδες

με τα κοντά κροσάκια στις ραφές

που τα τραβώ με μανία προσπαθώντας να τα ξεριζώσω,

κρυφά απ’ τη γιαγιά.

Σηκώνομαι.

Προχωράω.

Πλησιάζω στο παράθυρο.

Μυρίζει παλιό ξύλο.

Το τζάκι τρομακτικό στέκει στη γωνία και με κοιτάζει.

Εγώ όχι.

Βγαίνω στο μπαλκόνι, μυρίζει υγρό χώμα.

Σκοτάδι απέραντο.

Απέραντα λιβάδια.

Μπροστά ο ορίζοντας.

Σύννεφα στον ορίζοντα κι ανάμεσα αστραπές μπλε, κόκκινες και μωβ.

Πίσω από τα σύννεφα μισό φεγγάρι.

Δίπλα σου το άλλο μισό.

Ολόκληρο.

Τι όμορφο να περιμένεις

Μια ζωή να περιμένεις,

να περιμένεις να μεγαλώσεις,

να φύγεις, να γυρίσεις,

να έρθει, να περάσει

-ο φόβος-

να αγγίξεις, να σ’ αγγίξει.

 

Να περιμένεις

τη νύχτα,

το τέλος,

την αρχή.

 

Να σε περιμένει.

Ιστορίες

Σε κοίταζα ώρες, μα δεν σε γνώριζα,

εσύ, ο γνωστός μου ξένος να με παρασύρεις

σε μικρές, ανίκανες, ανοργασμικές ιστορίες

που αγκομαχούν η μία πάνω στην άλλη

και να ξεγυμνώνεις το μυαλό από τη φαντασία

και μόνο ένα πορτοκάλι να ντύνει το κορμί με πόθο

κι έτσι καταλαβαίνεις πως έχεις κατέβει από το τρένο

-σε κατέβασαν-

κι ύστερα περιμένεις ένα άλλο τρένο,

που θα σε πάει μακριά, όμως δεν ξέρεις πόσο μακριά,

δεν ξέρεις σίγουρα, αλλά δεν έχει σημασία…

….που είναι ο επόμενος σταθμός?

Παύσεις

Αναβάτης σ’ ένα κόκκινο ποδήλατο κυνηγάει τα όνειρά του,

τσουλάει σε δρόμους υγρούς από δάκρυα,

σκοντάφτει πάνω στην εξουσία,

σηκώνεται, μικρός πολεμιστής του πόθου.

 

 

Κάτω από τα βλέφαρά του κρύβει καθρέφτες,

που καταπίνουν μπλε αχτίδες φωτός

και στάζουν απ’ τα λερωμένα χείλη του οι σκιές τους.

 

 

Η μικρή πέτρα που κουβαλάει στην αριστερή του τσέπη

βαραίνει τους ώμους του, θαρρείς πως τον βυθίζει στη γη,

κι η γη τον ρουφάει διψασμένη, μέχρι να την προσκυνήσει.

 

 

Μ’ ένα μισοφαγωμένο μολύβι μουτζουρώνει τον έρωτα.

Με το ίδιο μολύβι μουτζουρώνει μια ιστορία

που τέλος δεν έχει -μόνο παύσεις.