εμείς χανόμαστε

όλα όσα με φοβίζουν

συνοψίζονται σε μία λέξη

απώλεια

 

εσύ χάνεσαι

εγώ χάνω…

Advertisements

Τα χρώματα του πάγου

η θύμηση

είναι πόνος

ο πόνος καίει

τα μάγουλα

κατακόκκινα σαν αίμα

τα μάτια σταθερά

τα χέρια όχι

όπως αρχίζει

έτσι τελειώνει

στο σταθμό

εγώ γκρι

εσύ μπλε

Βουλιάζω

στους καφέ, βελούδινους καναπέδες

με τα κοντά κροσάκια στις ραφές

που τα τραβώ με μανία προσπαθώντας να τα ξεριζώσω,

κρυφά απ’ τη γιαγιά.

Σηκώνομαι.

Προχωράω.

Πλησιάζω στο παράθυρο.

Μυρίζει παλιό ξύλο.

Το τζάκι τρομακτικό στέκει στη γωνία και με κοιτάζει.

Εγώ όχι.

Βγαίνω στο μπαλκόνι, μυρίζει υγρό χώμα.

Σκοτάδι απέραντο.

Απέραντα λιβάδια.

Μπροστά ο ορίζοντας.

Σύννεφα στον ορίζοντα κι ανάμεσα αστραπές μπλε, κόκκινες και μωβ.

Πίσω από τα σύννεφα μισό φεγγάρι.

Δίπλα σου το άλλο μισό.

Ολόκληρο.

Τι όμορφο να περιμένεις

Μια ζωή να περιμένεις,

να περιμένεις να μεγαλώσεις,

να φύγεις, να γυρίσεις,

να έρθει, να περάσει

-ο φόβος-

να αγγίξεις, να σ’ αγγίξει.

 

Να περιμένεις

τη νύχτα,

το τέλος,

την αρχή.

 

Να σε περιμένει.

Ιστορίες

Σε κοίταζα ώρες, μα δεν σε γνώριζα,

εσύ, ο γνωστός μου ξένος να με παρασύρεις

σε μικρές, ανίκανες, ανοργασμικές ιστορίες

που αγκομαχούν η μία πάνω στην άλλη

και να ξεγυμνώνεις το μυαλό από τη φαντασία

και μόνο ένα πορτοκάλι να ντύνει το κορμί με πόθο

κι έτσι καταλαβαίνεις πως έχεις κατέβει από το τρένο

-σε κατέβασαν-

κι ύστερα περιμένεις ένα άλλο τρένο,

που θα σε πάει μακριά, όμως δεν ξέρεις πόσο μακριά,

δεν ξέρεις σίγουρα, αλλά δεν έχει σημασία…

….που είναι ο επόμενος σταθμός?

Παύσεις

Αναβάτης σ’ ένα κόκκινο ποδήλατο κυνηγάει τα όνειρά του,

τσουλάει σε δρόμους υγρούς από δάκρυα,

σκοντάφτει πάνω στην εξουσία,

σηκώνεται, μικρός πολεμιστής του πόθου.

 

 

Κάτω από τα βλέφαρά του κρύβει καθρέφτες,

που καταπίνουν μπλε αχτίδες φωτός

και στάζουν απ’ τα λερωμένα χείλη του οι σκιές τους.

 

 

Η μικρή πέτρα που κουβαλάει στην αριστερή του τσέπη

βαραίνει τους ώμους του, θαρρείς πως τον βυθίζει στη γη,

κι η γη τον ρουφάει διψασμένη, μέχρι να την προσκυνήσει.

 

 

Μ’ ένα μισοφαγωμένο μολύβι μουτζουρώνει τον έρωτα.

Με το ίδιο μολύβι μουτζουρώνει μια ιστορία

που τέλος δεν έχει -μόνο παύσεις.

Δρακουλόσπιτο

Κλείνει η πόρτα-ξανά,

βγαίνεις από τον μικρό παράδεισο,

βρίσκεσαι μόνος στον σκοτεινό διάδρομο

που οδηγεί σε μια παλιά πόλη,

η ατμόσφαιρα είναι παγωμένη,

κάγκελα θαμμένα κάτω από τη σκόνη,

γριές σκάλες στριγγλίζουν σε κάθε βήμα,

οι τοίχοι πράσινοι από τη μούχλα, υγροί στάζουν πόνο,

η μυρωδιά των αιώνων πνιγηρή,

-ποιος μπορεί ν’ αντέξει τόσο βάρος;

 

Μόνος έκλεισες την πόρτα.