Σαν σήμερα

– Χρόνια πολλά!

– Ευχαριστώ!

– Θα σε δω?

– Γιατί όχι?

Πλησιάζω.

– Θες να έρθω εγώ να σε βρω ή εσύ?

– Το ίδιο μου κάνει.

– Έλα εσύ.

Φτάνω.

Χτυπάω το κουδούνι. «Τώρα». Γυρνάει το κλειδί, τρίζει, σαν να ανοίγει κελί που μέσα ζουν φυλακισμένοι. Ανοίγει η πόρτα. Είναι εκείνος. Λιγάκι διαφορετικός. Ξυρίστηκε κι έκοψε τα μαλλιά του λίγο πιο κοντά από όσο συνηθίζει. Φοράει μια χακί, κοντομάνικη μπλούζα και είναι λίγο ιδρωμένος.

– Άργησες.

– Έχασα το λεωφορείο.

Κάθομαι στην γωνιά του καναπέ. Έρχεται κοντά μου. Στερεώνει το κεφάλι μου ανάμεσα στις παλάμες του έτοιμος να φιλήσει τα χείλη μου. Με μια μάλλον αμήχανη παρά αδέξια κίνηση γυρνάω το κεφάλι μου.

– Θες να πιείς κάτι?

– Νερό.

Τώρα μιλάμε για ταξίδια, διακοπές και καλοκαίρια. Όλα αδιάφορα.  

Σιωπή.

Απλώνει το χέρι του, χαϊδεύει την πλάτη μου.

– Και πόσες μέρες μείνατε στην Α.?

Τώρα μιλάμε και πάλι. Σπάμε τη σιωπή. Η σιωπή είναι αμήχανη. Και για τους δυο μας. Μου δείχνει φωτογραφίες από τα ταξίδια στον υπολογιστή. Σηκώνεται κι έρχεται από πίσω μου. Χαϊδεύει τα χέρια μου, τα μαλλιά μου, τον λαιμό μου. Ανασηκώνω τους ώμους μου.

– Τι, τρόμαξες?

– Όχι, γαργαλιέμαι. (ψέμα, ξέρει ότι δεν γαργαλιέμαι)

Συνεχίζει…

Σιωπή.

– Πήγα στη θάλασσα σήμερα, έχει πολλή ζέστη.

Τώρα μιλάμε για τη θάλασσα. Βγαίνει στο μπαλκόνι. Εγώ όχι.

– Έλα να δεις τι όμορφη που φαίνεται η θάλασσα από εδώ.

Πάω. Στέκομαι δίπλα του. Όχι πολύ κοντά. Με πλησιάζει. Με γυρνάει προς το μέρος του.

Με αγκαλιάζει σφιχτά. Το αυτί μου ακουμπάει στο στήθος του. Ακούω τους παλμούς του. Δυνατοί. Γρήγοροι. Ανήσυχοι. Με σφίγγει μέσα στην αγκαλιά του.

Σιωπή.

– Μου έλειψες.

Δεν μιλάω. Με φιλάει. Φιλιόμαστε καθώς σιγά-σιγά μπαίνουμε μέσα στο σπίτι.

– Τι κάνουμε?

– Τι κάνουμε?

– Δεν ξέρω! Τι κάνουμε?

– Έρωτα.

Σιωπή.

Συνεχίζουμε αγκαλιασμένοι με τα χείλη σφραγισμένα. Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι.

– Γιατί?

– Τι γιατί?

– Γιατί το κάνουμε αυτό?

– Ποιο?

– Ε, αυτό!

– Δεν θέλεις?

Δεν απαντώ.

Μετά…

– Θέλεις νερό?

– Ναι.

Αφήνει το ποτήρι πίσω στην κουζίνα.

– Άναψα τον θερμοσίφωνα.

Σηκώνω αδιάφορα τους ώμους. Ξαπλώνει δίπλα μου.

Σιωπή.

– Μούσκεμα τα κάναμε… τα σεντόνια.

Χαμογελάω.

– Μου δίνεις τα γυαλιά απ’ το κομοδίνο?

Του τα δίνω σιωπηλή.

Τώρα δεν μιλάμε. Κάθομαι στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Απλώνει το χέρι του να πιάσει το δικό μου. Τώρα δεν μιλάμε. Αγγίζουμε ο ένας την παλάμη του άλλου και είναι σαν ηλεκτροφόρα καλώδια. Διασταυρώνονται τα αμήχανα βλέμματά μας που και που.

Τώρα δεν μιλάμε. Με τραβάει κοντά του. Είναι αναστατωμένος. Χαϊδεύει απαλά την πλάτη μου. Τώρα δεν μιλάμε.

Κοιτάζω την ώρα: 21.17.

– Τι ώρα θα φύγεις?

– Τώρα.

– Φύγε με το επόμενο.

Δεν απαντώ.

Ντύνομαι γρήγορα. Με φιλάει γυμνός στην πόρτα.

– Χρόνια πολλά και καλά.

Φεύγω.

Έφυγα.

Advertisements

Κύκλους κάνει το φεγγάρι

Λίγο gin με λεμόνι,

αγριεύει το βλέμμα μου.

 

Γλιστράω στα μπλε σεντόνια σου

κι είναι σαν έρημη πλατεία.

Μ’ ένα μαντίλι δένω τους πόθους σου

στον καρπό μου σφιχτά,

μην ξεφύγει στάλα αίμα από τις φλέβες.

 

Με μιαν αλλόκοτη τρυφεράδα

μπαίνεις μέσα μου

και η ζέστη του τρεμάμενου

από έρωτα κορμιού σου,

φυλακίζει την ηδονή μας,

σε μια νεκρή φωτογραφία,

που τράβηξε το θολωμένο μου μυαλό.

 

Έπειτα…

γονατίζω μπροστά στην ειλικρίνεια,

που με κλειστά μάτια μονάχα αντικρίζω,

γιατί απλώς δεν την αντέχω.

 

Μα, όταν η προδοσία με γεμίζει φόβο,

δακρύζει η φωνή σου

κι αφήνουμε την μουσική

να χορεύει μόνη της

στους υγρούς τοίχους.

 

Κύκλους κάνει το φεγγάρι

κι είμαι στη μέση παγιδευμένη.

Ο εραστής

Στον ανάξιο εραστή που κρατάει τα βράδια μου ανήσυχα.



Θα έρθεις μια νύχτα απρόσκλητος,

επισκέπτης του έρωτα.

Θα με φιλήσεις απαλά στον ώμο,

θα δαγκώσεις παθιασμένα τη φλέβα,

που έχω στο λαιμό,

ενώ βιαστικά θα ρέει μέσα της το αίμα μου,

σε μια προσπάθεια να ξεφύγει,

μα εσύ δεν θα τ’ αφήνεις.

Θα μου ψιθυρίσεις λόγια που δεν θα καταλάβω.

Η φωνή σου σκληρή, βαθιά,

σχεδόν πρόστυχη, αλλά όχι χυδαία.

Η μυρωδιά σου θα είναι αυτή,

που θα με προκαλεί

να ρουφήξω κάθε σταγόνα ηδονής,

που μου χαρίζεις.

Ανίκανη να αντισταθώ,

θα ενδίδω σ’ αυτή την αμαρτία

κι εσύ θα κατασπαράζεις με βουλιμία την ψυχή μου.

Ένας λυγμός,

που κινδυνεύει να ακουστεί σαν ουρλιαχτό ύαινας,

θα ελευθερωθεί από το κορμί σου.

Τα μάτια σου θα μου φωνάξουν “φύγε”

κι εγώ θα κρυφτώ στην αγκαλιά σου,

δίχως να φοβάμαι.

Θα αποκοιμηθώ στο στήθος σου,

θα ακούω τη καρδιά σου να χτυπάει

γρήγορα… κι έπειτα πιο αργά.

Μη σταματήσεις!

Γιώτα – Παναγιώτα

Τις προάλλες, συζητούσαμε με μια παρέα για την πρώτη ερωτική επαφή ενός ζευγαριού και ήρθε στο νου μου η εξής ιστορία.


Φτάνω στο σταθμό, έρχεται να με πάρει. Ακόμη είμαστε σε πρώιμο στάδιο. Μόνο ένα φιλί μας έχει ενώσει. Είναι ωραία η αναγνωριστική φάση, γεμάτη ανακαλύψεις… και εκπλήξεις! Κατευθυνόμαστε προς το σπίτι του, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων, πλημμυρισμένοι από αμηχανία, ερωτισμό και προσδοκία.

Μπαίνουμε στο ασανσέρ. Με φιλάει – σαν να πρωταγωνιστούμε σε ρομαντική κομεντί. Φτάνουμε στον τρίτο, με πιάνει από το χέρι, μπροστά αυτός και πίσω εγώ ακολουθώ. Ανεβαίνουμε μερικές σκάλες. Φτάνουμε στην εξώπορτα του διαμερίσματός του. Ξεκλειδώνει, μπαίνουμε μέσα. Κοιτάζω εξεταστικά το χώρο – μαθαίνεις πολλά πράγματα για τους ανθρώπους βλέποντας το σπίτι τους. Μυρίζει “αυτός”. Ο υπολογιστής ανοιχτός, παίζει αγαπημένες μελωδίες – “The Beatles”, “Υπόγεια Ρεύματα”. Κάθομαι στον μοναδικό καναπέ που υπάρχει στο σαλόνι του. Κάθεται κι αυτός δίπλα μου. Δεν θυμάμαι τι λέγαμε – μάλλον δεν έχει σημασία. Πλησιάζει πιο κοντά. Αρχίζει να με φιλάει κι εγώ ανταποδίδω. Για αρκετή ώρα είμαστε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο.

Τώρα ακούγεται κάτι από “Θανάση Παπακωνσταντίνου”. Με ρωτάει με ύφος παιδικό: “να βγάλουμε κανένα ρούχο?”, “δε ξέρω” του απαντώ γελαστά. Πάντα με πείραζε για τον τρόπο που έλεγα “δε ξέρω” και ενίοτε “ζε ξέλω”. Πολλές φορές άμα διαισθανόταν ότι θα έλεγα τη φράση αυτή, με προλάβαινε και την έλεγε πρώτος με εμπαικτικό τόνο, κι εγώ είτε γελούσα, είτε στράβωνα – τάχα μου. Μου βγάζει τη μπλούζα, κι εγώ τη δική του. Δε θα μπω σε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Η ώρα κυλάει κι εμείς ανταλλάζουμε ηδονικά χάδια. Ξαπλώνουμε στο καναπέ – αυτός επάνω μου. Μια στιγμή μαγική.

Σειρά έχει ο “John Lennon”. Βρισκόμαστε σε έκσταση, ποθούμε να ξεσκεπάσουμε την αλήθεια του άλλου, μέσα από την ερωτική συνουσία. Το κορμί μου, το κορμί του, τα κορμιά μας. Ενώνονται.

Έπειτα από λίγα λεπτά, από τον υπολογιστή ηχεί το εξής άσμα: “το μ…ί το λένε Γιώτα και το π….ο Παναγιώτα”. Προσποιηθήκαμε ότι δεν το ακούσαμε – και καλά! Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Ευτυχώς!


Άλλη φορά πρόσεχε τη λίστα αναπαραγωγής. Μη τ’ αφήνεις όλα στη τύχη!