Ξέσπασμα

Χθες, αργά τη νύχτα την άκουσα να κλαίει στα κρυφά μέσα στο ήσυχο σκοτάδι.

Την φαντάστηκα στο κρεβάτι, ξαπλωμένη στο πλάι

με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος, τα γόνατα λυγισμένα.

Παραδομένη.

Δάκρυα να ξεπλένουν τα κόκκινα μάτια της

και η κάθετη φλέβα στο μέτωπο της να διαμαρτύρεται έντονα.

Τα μαλλιά της ανακατεμένα να χαϊδεύουν το μάγουλό της.

Αυτή να πασχίζει να πνίξει τους λυγμούς της.

 

 

Αυθόρμητα έμεινα ακίνητη, σχεδόν δεν ανέπνεα.

Δεν μπορούσα να σπάσω τη σιωπή, δεν έπρεπε.

Ποια είμαι άλλωστε για να μαχαιρώσω το ξέσπασμά της..?


Advertisements

Που’ ν’ το, που’ ν’ το, το δαχτυλίδι?

Τα γυμνά δάχτυλα βυθίστηκαν

βαριά στα ασπρόμαυρα πλήκτρα

κι αυτά με τη σειρά τους

γλείψαν τις συρμάτινες χορδές

κι αυτές βόγκηξαν κι εξέπνευσαν και σιώπησαν

κι ο αέρας χόρεψε με τις ανάλαφρες κουρτίνες

και κατακόκκινο, σαν ώριμο κεράσι,

κύλησε το αίμα πάνω στο στήθος

κι ένα ξεφλουδισμένο πορτοκάλι

συνάντησε τον θάνατο

και δεν βρέθηκε ποτέ το δαχτυλίδι….

Θυμός

Πρέπει να φύγει, να τον διώξω, με κούρασε.

Για να φύγει, πρέπει να βρω το με ποιόν.

Όταν το βρω, πρέπει να ανακαλύψω το γιατί.

Από ποιόν πάω να κρυφτώ?

Μαζί μου και μαζί σας.

Γιατί σας επέτρεψα και γιατί δεν διστάσατε.

Μα τώρα δεν μπορώ να φωνάξω,

μόνο να το καταπιώ.

Και καταπίνω γουλιά – γουλιά το θυμό.

Κι αυτός πνίγει τη φωνή μου, καίει τα μάτια μου.


»Και δεν έχεις ιδέα τι τράβηξα.

Την παραμικρή ιδέα για το τι μου πήρες.»

Ναι – ναι, ξέρω – έμαθα!

Ένας άνθρωπος που δεν μιλάει, δεν μπορεί να αγαπηθεί.

Μπορεί όμως να αγαπήσει – σιωπηλά.

Μετά

Ήρθε – κάποτε θα ερχόταν.

Τους πέντε πρώτους μήνες, μετά το χωρισμό, είχα πέσει σε κατατονία, κατάθλιψη και όλα τα παρεμφερή. Υπήρχαν μέρες, που έμενα κλεισμένη στο φοιτητικό μου δωμάτιο, κοιτώντας το ταβάνι – ενίοτε έπιανα κουβέντα μαζί του. Ξάπλωνα στο πάτωμα, δακρυσμένη, αγκαλιά με μερικές σελίδες και ένα κουτί σοκολατάκια. Κοιμόμουν ώρες ατελείωτες. Προσωπικό ρεκόρ: δεκαεφτά συνεχόμενες ώρες.

Αδιαφόρησα για τις πανελλήνιες – για δεύτερη φορά. Ευτυχώς, το “πανέξυπνο” μυαλό μου δεν με εγκατέλειψε τελείως. Κάτι έπρεπε να μου επιστρέψει το σύμπαν – για την ισορροπία, καταλαβαίνετε. Η μοναδική απασχόλησή μου ήταν το ωδείο κι αυτή σε χαμηλούς ρυθμούς. Μου έκανε καλό όμως, η παρουσία της δασκάλας, το τραγούδι, ο περίπατος μέσα από την αγορά.

Όταν ξυπνούσα το βραδάκι, κατά τις εννέα – δέκα, έκανα καυτό ντους και έπαιρνα τους δρόμους.

Κρυβόμουν σε σκοτεινά μπαρ της πόλης. Καθόμουν σε μια γωνιά, μόνη, σιωπηλή. Απέφευγα τη συνομιλία με διάφορους τύπους, που είχαν στο κούτελο, γραμμένη τη λέξη “loser”, οι οποίοι έλεγαν με ύφος “Πως και μόνη?”. Ο μπάρμαν συνήθως κερνούσε και τέταρτο και πέμπτο gin και δώστου σφηνάκια, που ούτε ξέρω τι δηλητήριο είχαν μέσα. Κι έπειτα χαμογελώντας μουδιασμένα, έβγαινα στο κρύο, με βοηθούσε να συνέλθω από τη γλυκιά ζάλη. Περπατούσα ως το σπίτι – είκοσι λεπτά δρόμος. Έπεφτα στο κρεβάτι μεθυσμένη – σχεδόν ερωτευμένη.

Είδα πολλές ταινίες εκείνη τη περίοδο. Διάβασα αρκετά βιβλία, με κάνουν να ξεχνιέμαι – όχι πάντα! Άκουγα πολύ ραδιόφωνο, κυρίως βραδινές εκπομπές, που δεν έχει πολύ μπλα – μπλα. Κάπως έτσι έγινε η πρώτη επαφή με τον Γ.

Οκτώ μήνες δεν με απασχολούσε να βρω κάποιον. It was out of the question. Βγήκα, ωστόσο, μερικά εντελώς αποτυχημένα ραντεβού, ελάχιστα για την ακρίβεια – δεν έχω κατακτήσεις εγώ.

Μετά, μια φωτογραφία ήρθε να θυμίσει στον Γ. την ύπαρξή μου. Και ήταν καλό! Μόνο που είχε άρωμα πορτοκάλι.