άφησε εμένα να σε ψάξω

εγώ δεν ήθελα μια ήσυχη ζωή

…….

ένα γκρίζο σύννεφο

σκέπασε τον μπλε ουρανό

και γέμισε ο κόσμος σκιές

κι έβρεξε

και πλημμύρισα ήχους

Advertisements

Εκείνο

Μέχρι να συμβεί παραπονιέσαι που δεν συμβαίνει

κι όταν συμβεί παραπονιέσαι που συνέβη.

Ποιο?

Ο έρωτας.

Κι εγώ -κι εσύ- έξω από αυτόν.

Γιατί?

Για μια λέξη μόνο.

Ποια?

Εκείνο.

Ζήλεψες?

Ναι.

Ενοχές που σου κάνουν το μυαλό κουρέλι και το στομάχι κόμπο.

Κλείνεσαι σπίτι, βουλιάζεις στο κρεβάτι και περιμένεις ένα τέλος.

Κι αρχίζουν να έρχονται το ένα τέλος μετά το άλλο.

Σακουλάκι

άνοιξε η ψυχή μου και χώθηκες μέσα της

άνοιξαν οι βρύσες των ματιών μου

κι ένιωθα για λίγο ζωντανή

και ξαφνικά για κάποιο λόγο που αγνοώ

στέρεψαν και αποκοιμήθηκαν

και τώρα είμαι άδεια

άδεια

τόσο άδεια

μη νομίζεις πως δεν γελάω ή δεν κλαίω

όχι, γελάω πολύ… και κλαίω… 

όπως εκείνες οι μαριονέτες –θυμάσαι;

με τα τεντωμένα σκοινάκια πάνω από τα κεφαλάκια τους

δεν ξέρω από πού πηγάζει η χαρά ή η θλίψη

ποια χαρά δηλαδή και ποια θλίψη

Κάπως σαν ξένη

Κολυμπάς σ’ έναν σκουρόχρωμο ωκεανό,

προσπαθείς να φτάσεις στο σπίτι,

ένα κουπί δίπλα σου που δεν χρησιμεύει σε τίποτα,

ο θε(ί)ος κολυμπά πλάι σου και σε συμβουλεύει,

τελικά καταλήγεις γονατιστός στον πεζόδρομο

που τόσες φορές έχει περπατήσει.

Τι ανακούφιση…

Στο σπίτι που μυρίζει εγκατάλειψη κι απουσία

κι ίσως να μην γεμίσει ποτέ ξανά,

βρίσκεις τη μαμά

κάπως απόμακρη,

κάπως σαν ξένη,

να ετοιμάζει τραπέζι για πολύ κόσμο.

Ξέρεις πως ήρθε μόνο για λίγο και θα ξαναφύγει.

Την αγκαλιάζεις και ίσα που πρόλαβες να την νιώσεις

βυθίζεσαι πάλι στον ωκεανό.   

Βουλιάζω

στους καφέ, βελούδινους καναπέδες

με τα κοντά κροσάκια στις ραφές

που τα τραβώ με μανία προσπαθώντας να τα ξεριζώσω,

κρυφά απ’ τη γιαγιά.

Σηκώνομαι.

Προχωράω.

Πλησιάζω στο παράθυρο.

Μυρίζει παλιό ξύλο.

Το τζάκι τρομακτικό στέκει στη γωνία και με κοιτάζει.

Εγώ όχι.

Βγαίνω στο μπαλκόνι, μυρίζει υγρό χώμα.

Σκοτάδι απέραντο.

Απέραντα λιβάδια.

Μπροστά ο ορίζοντας.

Σύννεφα στον ορίζοντα κι ανάμεσα αστραπές μπλε, κόκκινες και μωβ.

Πίσω από τα σύννεφα μισό φεγγάρι.

Δίπλα σου το άλλο μισό.

Ολόκληρο.

Εφτά δευτερόλεπτα

άνοιξαν οι ψυχές μας

απιθωμένες σ’ ένα παγκάκι

καταδικασμένο στην άδεια πλατεία

πίσω από το φρούριο

που προσπαθείς να κατακτήσεις

πασχίζοντας να περάσεις το τοίχος

που μονάχα οι δυνατοί καταφέρνουν

να δουν τι κρύβει η άλλη μεριά

 

μα οι ψυχές μας άνοιξαν

έστω και για εφτά δευτερόλεπτα

Picture

εκείνη η φωτογραφία
που είναι θαμμένη σ’ ένα συρτάρι
μαζί με το χαμόγελο που κοίμισες
-όχι, όχι το δικό μου-
μου θυμίζει το ταξίδι που με πήγες

 

την κοίταξα και άδειασα
σαν μια λίμνη δίχως φλόγα