Το “γαμώτο”

Στη μικρή κι ανόητη.


Όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα “γαμώτο”, άλλοτε μικρότερο, άλλοτε μεγαλύτερο. “Αν είχα πει εκείνο…”, “αν δεν είχα κάνει το άλλο…”, “αν ήμουν αλλιώς”. Υποσχέσεις, που δεν κρατήθηκαν, όρκοι αιώνιας αγάπης, που καταπατήθηκαν, όνειρα που βούλιαξαν. Και μένεις να αναρωτιέσαι και αφήνεις να σου τσαλακώνουν τη ψυχή, σαν μια μαύρη σελίδα. Μόνο, που εδώ πρόκειται για τη ζωή σου. Μ’ ακούς? Τη ζωή σου!

Θα κλάψεις, θα στεναχωρηθείς, θα μαλώσεις, θα βρίσεις, θα πονέσεις. Κι αυτά είναι ζωή κι όταν περάσουν τα θυμάσαι κι ένα γλυκό μειδίαμα καρφώνεται στα χείλη σου.

Εσύ πρέπει να θρέψεις τον εαυτό σου με αγάπη. Μη περιμένεις να σε γιατρέψει κάποιος! Το μόνο που θα καταφέρεις, θα είναι να εξαρτηθείς ξανά κι όταν φύγει, θα ανοίξει η πληγή πάλι. Ω! Ναι, είναι σκληρό, αλλά θα φύγει! Σ’ αυτό το κόσμο μόνη ήρθες και μόνη θα φύγεις! Κι όσο πιο νωρίς το καταλάβεις και το αποδεχθείς, τόσο πιο μικρό θα είναι το “γαμώτο” σου.

Δεν θα σου πω τα κλασσικά “δεν αξίζει” κλπ. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αξίζει! Σ’ έκανε πιο πλούσια και πρέπει να τον ευγνωμονείς γι’ αυτό.

Το ακατόρθωτο είναι να ξεριζώσεις αυτό, που σε δηλητηριάζει χωρίς να υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Έχουν μπλέξει οι ρίζες με τις φλέβες τις καρδιάς σου. Μόνο το κορμό μπορείς να κόψεις. Μετά από πενήντα χρόνια θα υπάρχουν ακόμη νύχτες που θα δακρύζεις και θα λαχταράς την αγκαλιά του. Έτσι είναι τα “γαμώτο”, ανεξίτηλα. Έτσι είναι η αγάπη.

Advertisements

Υγρός τάφος

Γνώριζε ότι θα ήταν η καταστροφή της. Κάθε μέρα που περνούσε, έφτανε ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο. Μόνο που δεν ήταν σίγουρη σε ποιόν θάνατο. Τον δικό της?

Χρόνια έτρεμε το χέρι της, το στολισμένο με χρυσά βραχιόλια, μα πιο πολύ ανησυχούσε, που έτρεμε το μυαλό της.

Τα όνειρα της καταστράφηκαν, τα κατέστρεψε. Γυρεύει εκδίκηση γι’ αυτά που έσπασαν, γι’ αυτά που χάθηκαν. Η ψυχή της άθυρμα, στα χέρια των πολλών, που άφησε να την αγγίξουν. Δεν έμαθε να τη προσέχει. Δεν την αγάπησε.

Στα μάτια της, το μίσος όλων των ονείρων και ενός εφιάλτη. Άδραξε το μαχαίρι, το έσυρε στο λευκό λαιμό μιας ξένης.

Τώρα έμεινες μόνος.”

Σε λυπάται.

Νόμιζε πως η εκδίκηση θα ήταν γλυκιά. Έτσι το ήθελε. Έκανε λάθος.

Σου πήρε ό, τι είχες, αλλά εσύ πάντα βρίσκεις κι άλλα…κι άλλα…Είναι η απληστία, που δε σ’ αφήνει πραγματικά μόνο.

Στιγμές αργότερα συνειδητοποίησε, πως η ίδια θα είναι πάντα ξεχασμένη και αυτός πάντα ευτυχισμένος μέσα στη παραμυθένια δυστυχία και τον απέραντο κυνισμό του.

Και τότε, η γυναίκα με τα χρυσά βραχιόλια, ηττημένη, γεμάτη ενοχές, βυθίστηκε στον υγρό τάφο της.

Διάφωνο

Η φωνή της συνείδησής σου,

αυτή σου ψιθύριζε,

μα εσύ παρίστανες

πως δεν καταλαβαίνεις.

Απευθύνεται σε σένα.

Μιλάς στον εαυτό σου.

Εγώ πρέπει να γλιτώσω.

Ήταν για το μέλλον,

μα τώρα είναι παρελθόν.

Δεν πρόλαβες να παρέμβεις.

Δεν ήθελες.

Έγινε.

Μη τρελαίνεσαι πια…