Νύχτα

Από το άδειο ποτήρι της ελπίδας

γλείφω με μανία

τις σταγόνες που άφησες

για να δροσίζουν τον καυτό μου πόθο.

 

Το φως του φεγγαριού χαϊδεύει

το μπλε τριαντάφυλλο της λίμνης,

μια νυχτοπεταλούδα το φιλά

και κλέβει τους χυμούς του.

 

Μαραίνεται,

τα πέταλα του αφήνει πάνω στην πέτρα.

 

Ανθίζεις.

 

Μπερδέψαμε τους ρόλους.

 

Advertisements

Λήθη

Για να σ’ ανταμώσω,

θα πλανηθώ ξυπόλυτη,

σε μονοπάτι

σκοτεινό, σαν τη ματιά σου,

γυμνό, σαν το κορμί σου,

υγρό, σαν το φιλί σου.

 

Γιατί, τα χείλη μου

μούσκεψες με ρακί

και γλυκάθηκα

και μέθυσε ο καημός

κι απόμεινες στη αγκαλιά μου,

δειλός και διψασμένος.

 

Νερό σου πρόσφερα,

από της λήθης το πηγάδι

και το έφτυσες στο πρόσωπό μου

και ξέχασα, εγώ.

Δάσος

Τα χείλη σου γαντζωμένα στα δικά μου

γυρεύουν ένα κόκκινο χρώμα.


Διψάω…


Η ψυχή μου αναζητά την φωνή σου.

Χάρισέ μου μια σου νότα.


Άφησέ με να δαγκώσω την ανάσα σου,

που απλώς φαντάζομαι  -γιατί δε γνώρισα-

πως μου ζεσταίνει ηδονικά το λαιμό…


…κι έπειτα, γλιστρά και χάνεται

-μαγικά-

σαν κερί που έσβησε μονάχο σ’ένα δάσος

ή σαν ρόδο που στον άνεμο τα πέταλα σκορπά

σα να’τανε φιλιά που δε δώθηκαν ποτέ.


Κι αν μεσ’τα μάτια σου φωλιάζει πυρωμένο βλέμμα,

ας είναι η φωτιά του που θα με κάψει, κι ας καώ.

Ψηφίδες Χρόνου

Στον τόπο όπου παγώνει ο χρόνος, βλέπει κανείς εραστές να φιλιούνται στις σκιές των κτηρίων, σε έναν κρυσταλλωμένο εναγκαλισμό που δεν θα χαλαρώσει ποτέ. Ο αγαπημένος δεν θα πάρει ποτέ τα χέρια του από εκεί όπου βρίσκονται τώρα, δεν θα επιστρέψει ποτέ το φυλαχτό των αναμνήσεων, δεν θα ταξιδέψει ποτέ μακριά από την αγαπημένη του, δεν θα ξεχάσει ποτέ να της εκφράσει την αγάπη του, δεν θα ζηλέψει ποτέ, δεν θα ερωτευθεί ποτέ κάποια άλλη, ποτέ δεν θα χάσει το πάθος τούτης της χρονικής στιγμής.

Ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα μαρμαρωμένα αγάλματα φωτίζονται μόνο από το πιο αχνό κόκκινο φως, επειδή στο κέντρο του χρόνου το φως ελαττώνεται σχεδόν ως το τίποτε, οι ταλαντώσεις του επιβραδύνονται ως την ηχώ που αντιλαλεί σε απέραντα φαράγγια, η έντασή του μειώνεται ως το ξέθωρο λαμπύρισμα μιας πυγολαμπίδας.

Όσοι δεν έφτασαν στο νεκρό σημείο κινούνται μεν αλλά με το ρυθμό των παγετώνων. Ένα χάιδεμα στα μαλλιά ίσως διαρκέσει ένα χρόνο, ένα φιλί ίσως κρατήσει μία χιλιετία. Όσην ώρα διαρκεί ένα χαμόγελο, οι εποχές εναλλάσσονται στον έξω κόσμο. Όσην ώρα διαρκεί ένα αγκάλιασμα, γέφυρες ορθώνονται. Όσην ώρα διαρκεί ένας αποχαιρετισμός, πολιτείες ολόκληρες αποσαρθρώνονται και περνούν στη λήθη.

. . . .

Ποιός άραγε έρχεται για προσκύνημα στο κέντρο του χρόνου;”


(απόσπασμα από το βιβλίο “ψηφίδες χρόνου”, βασισμένο σε αποσπάσματα από το βιβλίο “τα όνειρα του Α’ι’νστάιν”)



Φαντάσου, να άγγιζες το κέντρο του χρόνου, μια δυστυχισμένη στιγμή.


Ευτυχώς, που ο χρόνος κυλά…

Το Φιλί

Το πρώτο μας φιλί

είχε γεύση μπύρας…και αμηχανίας,

ήταν απαλό, υγρό, μεθυστικό,

γεμάτο αυθορμητισμό και έρωτα.


Εσένα, δε σου άρεσε.

Εγώ, φοβάμαι μήπως το ξεχάσω.