Βουλιάζω

στους καφέ, βελούδινους καναπέδες

με τα κοντά κροσάκια στις ραφές

που τα τραβώ με μανία προσπαθώντας να τα ξεριζώσω,

κρυφά απ’ τη γιαγιά.

Σηκώνομαι.

Προχωράω.

Πλησιάζω στο παράθυρο.

Μυρίζει παλιό ξύλο.

Το τζάκι τρομακτικό στέκει στη γωνία και με κοιτάζει.

Εγώ όχι.

Βγαίνω στο μπαλκόνι, μυρίζει υγρό χώμα.

Σκοτάδι απέραντο.

Απέραντα λιβάδια.

Μπροστά ο ορίζοντας.

Σύννεφα στον ορίζοντα κι ανάμεσα αστραπές μπλε, κόκκινες και μωβ.

Πίσω από τα σύννεφα μισό φεγγάρι.

Δίπλα σου το άλλο μισό.

Ολόκληρο.

Advertisements

Το “γαμώτο”

Στη μικρή κι ανόητη.


Όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα “γαμώτο”, άλλοτε μικρότερο, άλλοτε μεγαλύτερο. “Αν είχα πει εκείνο…”, “αν δεν είχα κάνει το άλλο…”, “αν ήμουν αλλιώς”. Υποσχέσεις, που δεν κρατήθηκαν, όρκοι αιώνιας αγάπης, που καταπατήθηκαν, όνειρα που βούλιαξαν. Και μένεις να αναρωτιέσαι και αφήνεις να σου τσαλακώνουν τη ψυχή, σαν μια μαύρη σελίδα. Μόνο, που εδώ πρόκειται για τη ζωή σου. Μ’ ακούς? Τη ζωή σου!

Θα κλάψεις, θα στεναχωρηθείς, θα μαλώσεις, θα βρίσεις, θα πονέσεις. Κι αυτά είναι ζωή κι όταν περάσουν τα θυμάσαι κι ένα γλυκό μειδίαμα καρφώνεται στα χείλη σου.

Εσύ πρέπει να θρέψεις τον εαυτό σου με αγάπη. Μη περιμένεις να σε γιατρέψει κάποιος! Το μόνο που θα καταφέρεις, θα είναι να εξαρτηθείς ξανά κι όταν φύγει, θα ανοίξει η πληγή πάλι. Ω! Ναι, είναι σκληρό, αλλά θα φύγει! Σ’ αυτό το κόσμο μόνη ήρθες και μόνη θα φύγεις! Κι όσο πιο νωρίς το καταλάβεις και το αποδεχθείς, τόσο πιο μικρό θα είναι το “γαμώτο” σου.

Δεν θα σου πω τα κλασσικά “δεν αξίζει” κλπ. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αξίζει! Σ’ έκανε πιο πλούσια και πρέπει να τον ευγνωμονείς γι’ αυτό.

Το ακατόρθωτο είναι να ξεριζώσεις αυτό, που σε δηλητηριάζει χωρίς να υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Έχουν μπλέξει οι ρίζες με τις φλέβες τις καρδιάς σου. Μόνο το κορμό μπορείς να κόψεις. Μετά από πενήντα χρόνια θα υπάρχουν ακόμη νύχτες που θα δακρύζεις και θα λαχταράς την αγκαλιά του. Έτσι είναι τα “γαμώτο”, ανεξίτηλα. Έτσι είναι η αγάπη.

14 ώρες καλοκαίρι

Πνίγομαι. Βαριέμαι. Ζεσταίνομαι. Θέλω τη μοναξιά μου, αυτή που μισώ απίστευτα, αυτή θέλω μόνο για παρέα. Πριν καμιά εβδομάδα για 14 ώρες χαμογελούσα ανελλιπώς -έστω κι από μέσα μου! Τι να μου κάνουν 14 ώρες? Είναι σαν ορεκτικό. Σου ανοίγει η όρεξη, μετά περιμένεις το κυρίως πιάτο! Κι αυτό το γαμημένο δεν έρχεται! Μήπως πρέπει να το φέρω μόνη μου?

Το καλοκαίρι είναι πάντα περίοδος απολογισμού και περισυλλογής. Ατελείωτα ξενύχτια, τα οποία δε λέω ότι δε τα γουστάρω, απλώς θα προτιμούσα ένα “τσιγάρο” κι ένα “καλαμάκι” στο κρεβάτι μου.

Κι έπειτα ακούω τη μαγική λεξούλα. Μια λέξη μικροσκοπική. Τέσσερα γράμματα. Σπάνια την ακούω, αλλά είναι ικανή να με λιώσει, να με σκλαβώσει, να με παραλύσει! Παράγεται από τη βραχνάδα των χορδών του και φτάνει στα χείλη του. Κάθε φορά που την ακούω προσπαθώ να την αιχμαλωτίσω με το νου μου. Να συγκρατήσω κάθε λεπτομέρεια της χροιάς του. Θέλω να αντηχεί μέσα μου η λέξη και η φωνή του! Έχω όμως αδύναμη μνήμη. Ξεχνώ τον ήχο, μοναχά θυμάμαι την επιθυμία -κάθε λεπτό.

Ένας κήπος, ένα γέλιο, μια στιγμή αμηχανίας, λίγο αλκοόλ, μια αυτοκινητάδα, μια ταινία, ένα φιλί, μια ένωση κι έπειτα μια δεύτερη.

Καλοκαίρι ερωτικό – όχι ερωτευμένο…

“Eleanor Rigby”

Το τελευταίο χάδι στο λαιμό,

η αγκαλιά “της συνήθειας”,

το σφίξιμο των χεριών.

Καρφωμένα στο μυαλό.


Κάθεται στο μπαλκόνι

από τις έντεκα μέχρι τις πέντε παρά,

με το gin να στριφογυρίζει μέσα στη παλάμη της.

Χαμογελάει, αλκοόλ ρέει στις φλέβες της.

Μουδιάζει ηδονικά ο αυχένας της.

Ιδρώτας μουσκεύει την άσπρη φανέλα της.

Ακούγεται το “Eleanor Rigby”,

κλείνει τα μάτια,

γέρνει το κεφάλι προς τα πίσω.


Τώρα νιώθει

το σφίξιμο των χεριών,

την αγκαλιά “της συνήθειας”,

το τελευταίο χάδι στο λαιμό.

Αναπάντεχο

Κλείνει η πόρτα,

-για πάντα-

παγιδεύεται στο λεωφορείο.

Δακρυσμένη ψαχουλεύει,

να βρει το εισιτήριό της.

Το δείχνει στον ελεγκτή.


Ένας συνεπιβάτης της,

την κοιτάζει επίμονα,

μ’ ένα βλέμμα λυπημένο,

της χαμογελάει.


Ανοίγει η πόρτα,

η αγκαλιά,

η ματιά,

το άλλο της μισό.


Το ξέσπασμα.


Τα στήθη της τρέμουν,

απιθώνει το κορμί της στο πάτωμα.

Πνιχτά αναφιλητά,

πασχίζουν να γίνουν ανάσες.


Η φωνή της μάνας,

καθησυχαστική.


Η άσκοπη περιφορά

μιας νεκρής στη πόλη.


Η αναμονή.

Το τηλεφώνημα.

Η φωνή.

Το μήνυμα.

Η ευχή.

Το τέλος.

Ιδέα

Τι γεύση θα έχει το όνομά σου,

καθώς θα σε ψιθυρίζουν αχνά τα χείλη μου μες στο σκοτάδι;

Τι υφή θα τυλίγει την αγκαλιά σου;

Τι χρώμα θα νυχτώνει στο βλέμμα σου;

Καστανοκόκκινο-σαν ρίζα άγριας τριανταφυλλιάς;

 


 

 

 

Πως θα μυρίζουν οι σκέψεις σου;

Πως θα ανθίζεις τ’ ανοιξιάτικα βράδια;

Πως θα χαμογελάς αύριο;

Σαν τον ανθό της πέτρας

ή σαν μολυβένιος καθρέφτης;

 


 

 

 

Κι εγώ, μια στάλα πόθου βυθισμένη στο δικό σου ποτήρι,

πολιορκημένη από μια Ιδέα, άρρηκτα ενωμένη με τη σκιά μου…

Ψηφίδες Χρόνου

Στον τόπο όπου παγώνει ο χρόνος, βλέπει κανείς εραστές να φιλιούνται στις σκιές των κτηρίων, σε έναν κρυσταλλωμένο εναγκαλισμό που δεν θα χαλαρώσει ποτέ. Ο αγαπημένος δεν θα πάρει ποτέ τα χέρια του από εκεί όπου βρίσκονται τώρα, δεν θα επιστρέψει ποτέ το φυλαχτό των αναμνήσεων, δεν θα ταξιδέψει ποτέ μακριά από την αγαπημένη του, δεν θα ξεχάσει ποτέ να της εκφράσει την αγάπη του, δεν θα ζηλέψει ποτέ, δεν θα ερωτευθεί ποτέ κάποια άλλη, ποτέ δεν θα χάσει το πάθος τούτης της χρονικής στιγμής.

Ας μην ξεχνάμε ότι αυτά τα μαρμαρωμένα αγάλματα φωτίζονται μόνο από το πιο αχνό κόκκινο φως, επειδή στο κέντρο του χρόνου το φως ελαττώνεται σχεδόν ως το τίποτε, οι ταλαντώσεις του επιβραδύνονται ως την ηχώ που αντιλαλεί σε απέραντα φαράγγια, η έντασή του μειώνεται ως το ξέθωρο λαμπύρισμα μιας πυγολαμπίδας.

Όσοι δεν έφτασαν στο νεκρό σημείο κινούνται μεν αλλά με το ρυθμό των παγετώνων. Ένα χάιδεμα στα μαλλιά ίσως διαρκέσει ένα χρόνο, ένα φιλί ίσως κρατήσει μία χιλιετία. Όσην ώρα διαρκεί ένα χαμόγελο, οι εποχές εναλλάσσονται στον έξω κόσμο. Όσην ώρα διαρκεί ένα αγκάλιασμα, γέφυρες ορθώνονται. Όσην ώρα διαρκεί ένας αποχαιρετισμός, πολιτείες ολόκληρες αποσαρθρώνονται και περνούν στη λήθη.

. . . .

Ποιός άραγε έρχεται για προσκύνημα στο κέντρο του χρόνου;”


(απόσπασμα από το βιβλίο “ψηφίδες χρόνου”, βασισμένο σε αποσπάσματα από το βιβλίο “τα όνειρα του Α’ι’νστάιν”)



Φαντάσου, να άγγιζες το κέντρο του χρόνου, μια δυστυχισμένη στιγμή.


Ευτυχώς, που ο χρόνος κυλά…