Που’ ν’ το, που’ ν’ το, το δαχτυλίδι?

Τα γυμνά δάχτυλα βυθίστηκαν

βαριά στα ασπρόμαυρα πλήκτρα

κι αυτά με τη σειρά τους

γλείψαν τις συρμάτινες χορδές

κι αυτές βόγκηξαν κι εξέπνευσαν και σιώπησαν

κι ο αέρας χόρεψε με τις ανάλαφρες κουρτίνες

και κατακόκκινο, σαν ώριμο κεράσι,

κύλησε το αίμα πάνω στο στήθος

κι ένα ξεφλουδισμένο πορτοκάλι

συνάντησε τον θάνατο

και δεν βρέθηκε ποτέ το δαχτυλίδι….

Advertisements

Αρκεί

Αρκεί μόνο μια στιγμή

να με βρει ευάλωτη,

για να με κάνει να ξεχάσω

και να παρασυρθώ

εκεί που δεν πρέπει,

στο απαγορευμένο.

Σ’ έναν τόπο

όπου βασιλεύει η ανειλικρίνεια

και η γλυκιά ψευδαίσθηση

της οντότητας σου.

Σκιές

Κόκκινες σκιές, βαμμένες με αίμα,

τριγυρίζουν στο παραθύρι μου,

χαϊδεύουν την κουρτίνα,

τραγουδούν την μοναξιά,

σαν στοιχειωμένα καράβια, και

χορεύουν χορό ερωτικό,

σε θάλασσα ανταριασμένη.


Μεθυσμένες από κρασί και πόνο

πέφτουν σ’ ένα έπιπλο σκονισμένο,

που το βαραίνει ο χρόνος

κι αυτό παραπονεμένο τρίζει.


Απόψε, θα γείρουν στο κρεβάτι μου.

Αύριο, θα έρθουν πάλι στο παραθύρι μου,

με χείλη κόκκινα βαμμένα.


Καλώς ήρθατε!