Ασφυξία 31»

Αργά τη νύχτα, νωρίς τα χαράματα,

δεν έχει σημασία πια.

Ένας ασφυκτικός αναστεναγμός.

Σηκώνεις το χέρι, ασυνείδητα,

η γροθιά σφιγμένη,

πλημμυρισμένη πόνο, μίσος.

Χτυπάς με όλη σου τη δύναμη το μαξιλάρι,

αφήνοντας ακόμη ένα βογκητό

να ελευθερωθεί από τα πληγωμένα χείλη σου

κι έπειτα γέρνεις από την άλλη πλευρά κι αποκοιμάσαι.

Advertisements

Διάφωνο

Η φωνή της συνείδησής σου,

αυτή σου ψιθύριζε,

μα εσύ παρίστανες

πως δεν καταλαβαίνεις.

Απευθύνεται σε σένα.

Μιλάς στον εαυτό σου.

Εγώ πρέπει να γλιτώσω.

Ήταν για το μέλλον,

μα τώρα είναι παρελθόν.

Δεν πρόλαβες να παρέμβεις.

Δεν ήθελες.

Έγινε.

Μη τρελαίνεσαι πια…