Νυχτερινό

μ’ αποχαιρέτησες

μ’ ένα φιλί

χαμογελούσες 

όπως κάθε άλλη φορά

μόνο που ήταν η τελευταία

μου είπες να μην κλάψω

κι εγώ στο υποσχέθηκα

μα μόλις γύρισες την πλάτη

έχυσα μια θάλασσα στη θάλασσα

γιατί το τέλος γυρισμό δεν έχει

Advertisements

ένα απόγευμα του Ιούνη

με νανούρισες

με τραγούδια των Beatles

κρατώντας με στην αγκαλιά σου

έβρεχε

με φίλησες

έκλαψα

δεν κοίταξες πίσω

μια νύχτα

μετά από χρόνια

με ξύπνησες

τραγούδησα

κι ήταν τόσο λίγο

δεν γύρισες να δεις

Τα χρώματα του πάγου

η θύμηση

είναι πόνος

ο πόνος καίει

τα μάγουλα

κατακόκκινα σαν αίμα

τα μάτια σταθερά

τα χέρια όχι

όπως αρχίζει

έτσι τελειώνει

στο σταθμό

εγώ γκρι

εσύ μπλε

Το “γαμώτο”

Στη μικρή κι ανόητη.


Όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα “γαμώτο”, άλλοτε μικρότερο, άλλοτε μεγαλύτερο. “Αν είχα πει εκείνο…”, “αν δεν είχα κάνει το άλλο…”, “αν ήμουν αλλιώς”. Υποσχέσεις, που δεν κρατήθηκαν, όρκοι αιώνιας αγάπης, που καταπατήθηκαν, όνειρα που βούλιαξαν. Και μένεις να αναρωτιέσαι και αφήνεις να σου τσαλακώνουν τη ψυχή, σαν μια μαύρη σελίδα. Μόνο, που εδώ πρόκειται για τη ζωή σου. Μ’ ακούς? Τη ζωή σου!

Θα κλάψεις, θα στεναχωρηθείς, θα μαλώσεις, θα βρίσεις, θα πονέσεις. Κι αυτά είναι ζωή κι όταν περάσουν τα θυμάσαι κι ένα γλυκό μειδίαμα καρφώνεται στα χείλη σου.

Εσύ πρέπει να θρέψεις τον εαυτό σου με αγάπη. Μη περιμένεις να σε γιατρέψει κάποιος! Το μόνο που θα καταφέρεις, θα είναι να εξαρτηθείς ξανά κι όταν φύγει, θα ανοίξει η πληγή πάλι. Ω! Ναι, είναι σκληρό, αλλά θα φύγει! Σ’ αυτό το κόσμο μόνη ήρθες και μόνη θα φύγεις! Κι όσο πιο νωρίς το καταλάβεις και το αποδεχθείς, τόσο πιο μικρό θα είναι το “γαμώτο” σου.

Δεν θα σου πω τα κλασσικά “δεν αξίζει” κλπ. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αξίζει! Σ’ έκανε πιο πλούσια και πρέπει να τον ευγνωμονείς γι’ αυτό.

Το ακατόρθωτο είναι να ξεριζώσεις αυτό, που σε δηλητηριάζει χωρίς να υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Έχουν μπλέξει οι ρίζες με τις φλέβες τις καρδιάς σου. Μόνο το κορμό μπορείς να κόψεις. Μετά από πενήντα χρόνια θα υπάρχουν ακόμη νύχτες που θα δακρύζεις και θα λαχταράς την αγκαλιά του. Έτσι είναι τα “γαμώτο”, ανεξίτηλα. Έτσι είναι η αγάπη.

Μετά

Ήρθε – κάποτε θα ερχόταν.

Τους πέντε πρώτους μήνες, μετά το χωρισμό, είχα πέσει σε κατατονία, κατάθλιψη και όλα τα παρεμφερή. Υπήρχαν μέρες, που έμενα κλεισμένη στο φοιτητικό μου δωμάτιο, κοιτώντας το ταβάνι – ενίοτε έπιανα κουβέντα μαζί του. Ξάπλωνα στο πάτωμα, δακρυσμένη, αγκαλιά με μερικές σελίδες και ένα κουτί σοκολατάκια. Κοιμόμουν ώρες ατελείωτες. Προσωπικό ρεκόρ: δεκαεφτά συνεχόμενες ώρες.

Αδιαφόρησα για τις πανελλήνιες – για δεύτερη φορά. Ευτυχώς, το “πανέξυπνο” μυαλό μου δεν με εγκατέλειψε τελείως. Κάτι έπρεπε να μου επιστρέψει το σύμπαν – για την ισορροπία, καταλαβαίνετε. Η μοναδική απασχόλησή μου ήταν το ωδείο κι αυτή σε χαμηλούς ρυθμούς. Μου έκανε καλό όμως, η παρουσία της δασκάλας, το τραγούδι, ο περίπατος μέσα από την αγορά.

Όταν ξυπνούσα το βραδάκι, κατά τις εννέα – δέκα, έκανα καυτό ντους και έπαιρνα τους δρόμους.

Κρυβόμουν σε σκοτεινά μπαρ της πόλης. Καθόμουν σε μια γωνιά, μόνη, σιωπηλή. Απέφευγα τη συνομιλία με διάφορους τύπους, που είχαν στο κούτελο, γραμμένη τη λέξη “loser”, οι οποίοι έλεγαν με ύφος “Πως και μόνη?”. Ο μπάρμαν συνήθως κερνούσε και τέταρτο και πέμπτο gin και δώστου σφηνάκια, που ούτε ξέρω τι δηλητήριο είχαν μέσα. Κι έπειτα χαμογελώντας μουδιασμένα, έβγαινα στο κρύο, με βοηθούσε να συνέλθω από τη γλυκιά ζάλη. Περπατούσα ως το σπίτι – είκοσι λεπτά δρόμος. Έπεφτα στο κρεβάτι μεθυσμένη – σχεδόν ερωτευμένη.

Είδα πολλές ταινίες εκείνη τη περίοδο. Διάβασα αρκετά βιβλία, με κάνουν να ξεχνιέμαι – όχι πάντα! Άκουγα πολύ ραδιόφωνο, κυρίως βραδινές εκπομπές, που δεν έχει πολύ μπλα – μπλα. Κάπως έτσι έγινε η πρώτη επαφή με τον Γ.

Οκτώ μήνες δεν με απασχολούσε να βρω κάποιον. It was out of the question. Βγήκα, ωστόσο, μερικά εντελώς αποτυχημένα ραντεβού, ελάχιστα για την ακρίβεια – δεν έχω κατακτήσεις εγώ.

Μετά, μια φωτογραφία ήρθε να θυμίσει στον Γ. την ύπαρξή μου. Και ήταν καλό! Μόνο που είχε άρωμα πορτοκάλι.