Κάπως σαν ξένη

Κολυμπάς σ’ έναν σκουρόχρωμο ωκεανό,

προσπαθείς να φτάσεις στο σπίτι,

ένα κουπί δίπλα σου που δεν χρησιμεύει σε τίποτα,

ο θε(ί)ος κολυμπά πλάι σου και σε συμβουλεύει,

τελικά καταλήγεις γονατιστός στον πεζόδρομο

που τόσες φορές έχει περπατήσει.

Τι ανακούφιση…

Στο σπίτι που μυρίζει εγκατάλειψη κι απουσία

κι ίσως να μην γεμίσει ποτέ ξανά,

βρίσκεις τη μαμά

κάπως απόμακρη,

κάπως σαν ξένη,

να ετοιμάζει τραπέζι για πολύ κόσμο.

Ξέρεις πως ήρθε μόνο για λίγο και θα ξαναφύγει.

Την αγκαλιάζεις και ίσα που πρόλαβες να την νιώσεις

βυθίζεσαι πάλι στον ωκεανό.   

Advertisements

Εφτά δευτερόλεπτα

άνοιξαν οι ψυχές μας

απιθωμένες σ’ ένα παγκάκι

καταδικασμένο στην άδεια πλατεία

πίσω από το φρούριο

που προσπαθείς να κατακτήσεις

πασχίζοντας να περάσεις το τοίχος

που μονάχα οι δυνατοί καταφέρνουν

να δουν τι κρύβει η άλλη μεριά

 

μα οι ψυχές μας άνοιξαν

έστω και για εφτά δευτερόλεπτα

Το “γαμώτο”

Στη μικρή κι ανόητη.


Όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα “γαμώτο”, άλλοτε μικρότερο, άλλοτε μεγαλύτερο. “Αν είχα πει εκείνο…”, “αν δεν είχα κάνει το άλλο…”, “αν ήμουν αλλιώς”. Υποσχέσεις, που δεν κρατήθηκαν, όρκοι αιώνιας αγάπης, που καταπατήθηκαν, όνειρα που βούλιαξαν. Και μένεις να αναρωτιέσαι και αφήνεις να σου τσαλακώνουν τη ψυχή, σαν μια μαύρη σελίδα. Μόνο, που εδώ πρόκειται για τη ζωή σου. Μ’ ακούς? Τη ζωή σου!

Θα κλάψεις, θα στεναχωρηθείς, θα μαλώσεις, θα βρίσεις, θα πονέσεις. Κι αυτά είναι ζωή κι όταν περάσουν τα θυμάσαι κι ένα γλυκό μειδίαμα καρφώνεται στα χείλη σου.

Εσύ πρέπει να θρέψεις τον εαυτό σου με αγάπη. Μη περιμένεις να σε γιατρέψει κάποιος! Το μόνο που θα καταφέρεις, θα είναι να εξαρτηθείς ξανά κι όταν φύγει, θα ανοίξει η πληγή πάλι. Ω! Ναι, είναι σκληρό, αλλά θα φύγει! Σ’ αυτό το κόσμο μόνη ήρθες και μόνη θα φύγεις! Κι όσο πιο νωρίς το καταλάβεις και το αποδεχθείς, τόσο πιο μικρό θα είναι το “γαμώτο” σου.

Δεν θα σου πω τα κλασσικά “δεν αξίζει” κλπ. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αξίζει! Σ’ έκανε πιο πλούσια και πρέπει να τον ευγνωμονείς γι’ αυτό.

Το ακατόρθωτο είναι να ξεριζώσεις αυτό, που σε δηλητηριάζει χωρίς να υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Έχουν μπλέξει οι ρίζες με τις φλέβες τις καρδιάς σου. Μόνο το κορμό μπορείς να κόψεις. Μετά από πενήντα χρόνια θα υπάρχουν ακόμη νύχτες που θα δακρύζεις και θα λαχταράς την αγκαλιά του. Έτσι είναι τα “γαμώτο”, ανεξίτηλα. Έτσι είναι η αγάπη.

Υγρός τάφος

Γνώριζε ότι θα ήταν η καταστροφή της. Κάθε μέρα που περνούσε, έφτανε ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο. Μόνο που δεν ήταν σίγουρη σε ποιόν θάνατο. Τον δικό της?

Χρόνια έτρεμε το χέρι της, το στολισμένο με χρυσά βραχιόλια, μα πιο πολύ ανησυχούσε, που έτρεμε το μυαλό της.

Τα όνειρα της καταστράφηκαν, τα κατέστρεψε. Γυρεύει εκδίκηση γι’ αυτά που έσπασαν, γι’ αυτά που χάθηκαν. Η ψυχή της άθυρμα, στα χέρια των πολλών, που άφησε να την αγγίξουν. Δεν έμαθε να τη προσέχει. Δεν την αγάπησε.

Στα μάτια της, το μίσος όλων των ονείρων και ενός εφιάλτη. Άδραξε το μαχαίρι, το έσυρε στο λευκό λαιμό μιας ξένης.

Τώρα έμεινες μόνος.”

Σε λυπάται.

Νόμιζε πως η εκδίκηση θα ήταν γλυκιά. Έτσι το ήθελε. Έκανε λάθος.

Σου πήρε ό, τι είχες, αλλά εσύ πάντα βρίσκεις κι άλλα…κι άλλα…Είναι η απληστία, που δε σ’ αφήνει πραγματικά μόνο.

Στιγμές αργότερα συνειδητοποίησε, πως η ίδια θα είναι πάντα ξεχασμένη και αυτός πάντα ευτυχισμένος μέσα στη παραμυθένια δυστυχία και τον απέραντο κυνισμό του.

Και τότε, η γυναίκα με τα χρυσά βραχιόλια, ηττημένη, γεμάτη ενοχές, βυθίστηκε στον υγρό τάφο της.

Καλά τον έκανες

Τον συναντώ στη γωνία που οδηγεί στο ΚΤΕΛ Γιαννιτσών. Χωρίς να σκεφτώ, σχεδόν αυτόματα, τραβάω τη σκανδάλη. Πέφτει νεκρός. Αναστατωμένη πασχίζω να χαθώ μέσα στο πλήθος. Ένοχη φαίνεται ότι είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα, άγνωστη σε μένα. Τυχαία βρέθηκε εκεί.

Φτάνω σπίτι. Κλείνομαι στο εφηβικό μου δωμάτιο, κάθομαι στο πάτωμα, όπως ακριβώς τότε, που με έπεισε για την αλήθεια των λεγομένων του, με ένα μακρινό τηλεφώνημα.

Τι έκανα; Οι άνθρωποι που τον αγαπούν θα πονέσουν πολύ – μαζί τους κι εγώ; Αδύνατον να σκεφτώ καθαρά. Από τη μια, η λογική. Κλαίω. Φοβάμαι. Λυπάμαι. Τρέμω. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Οι συνέπειες. Από την άλλη, ο παραλογισμός. Δεν μπορεί να κάνει πλέον τίποτα!

Εξομολογούμαι στη μαμά και στην αδερφή μου τι είχα κάνει. Εισπράττω βλέμμα επικριτικό, αρχικά. Έπειτα, όσο φτάνει στο τέλος η αφήγηση, το βλέμμα αυτό γίνεται συγκαταβατικό και σύμφωνο με την ενέργειά μου. “Καλά τον έκανες!” Απίστευτο να το ακούς.

Εκκωφαντική βροντή.

Βδομάδες – μήνες αργότερα, κάθεται στον καναπέ της Τ. Στεφανίδου. Θέμα; Η περιπέτεια και η ζωή του.

Τ.Σ.: Για πες μας πως ήταν η Τ. (πρώην)

Αυτός: Α, η Τ. ήταν “θεογκόμενα”!

Τ.Σ.: Και μέχρι να γνωρίσεις την αγαπημένη σου Ρ. δεν υπήρξε κάποια άλλη στη ζωή σου;

Αυτός: Όχι. Καμία!

Ξύπνησα. Η ανάσα μου γοργή. Τα χέρια μου μουδιασμένα. Το πρόσωπό μου παραμορφωμένο, φυλακισμένο σε μια έκφραση τρόμου που με έχει καταλάβει.

(διευκρίνιση: δεν έχει σκοτωθεί κανείς και δεν βλέπω Στεφανίδου)

Ηδονική οδύνη

Ήρθες, χθες, στ’ όνειρό μου,

έκλεισες το χέρι μου στις παλάμες σου,

το έφερες στα χείλη σου…


-σε αγγίζω-


Μου

χάρισες

τη πιο γλυκιά έξαψη,

τη πιο οδυνηρή ηδονή,

τη πιο ηδονική οδύνη.

Μπέρδεμα (;)

Νοέμβρης 2008

Ίσως να ευθύνεται το νεαρό της ηλικίας της που όλα μέσα στο μυαλό της είναι σαν ένα μάλλινο κουβάρι από αυτά που παίζουν τα μικρά γατάκια. Σκόρπια, αμέτρητα, αναπάντητα (;) ερωτήματα! “Πώς και γιατί μπήκαν στο στομάχι μου πεταλούδες; Γιατί χαμογελάω με έναν ηλίθιο τρόπο στη σκέψη του; Γιατί κλαίω; -είχα καιρό να κλάψω! Γιατί ανυπομονώ να έρθει η “μέρα μας”; Γιατί χτυπάει δυνατά η καρδιά μου όταν ακούω τη φωνή του; Γιατί;” Γιατί….Γιατί;!

Δε μπορεί να βρει λογική! Ποια; Αυτή, που για όλα έχει έτοιμη κάποια λογική εξήγηση. Τόσο εκνευριστική γίνεται εξαιτίας της στιγνής λογικής της. Ποτέ δεν αφήνει τους άλλους να ονειρεύονται. Θεωρεί ανόητο εώς αξιολύπητο να παραμυθιάζονται οι άνθρωποι. Πάντα τους “προσγειώνει”. Γιατί όμως; Γιατί την ενοχλεί όταν οι άλλοι στο όνειρο βρίσκουν τον “Παράδεισο” που ανακουφίζει τις πληγές τους; Για να μη νιώθει μόνη στο δικό της τετράγωνο κόσμο; Τη φοβάται τη μοναξιά!

Και τότε έγινε κάτι σαν έκρηξη μέσα της! Εκείνη τη μελαγχολική νύχτα του Νοέμβρη στα 17 της πλέον χρόνια παραδέχτηκε -στον εαυτό της- ότι έτσι τόσο γλυκά, απρόσμενα της χτύπησε ο Έρωτας -ο ποιος; αφού δεν υπάρχει…ή μήπως…;- την πορτούλα της καρδιάς της, και αυτή δειλά-δειλά την άνοιξε….Ένιωσε τη μοναξιά της να χάνεται παρόλο που ολομόναχη ήταν στο σπίτι και μάλιστα είχε επιλέξει εκείνο το βράδυ να μη τη συντροφεύσει η μουσική….Δεν την είχε ανάγκη. Της ήταν αρκετό να τον σκέφτεται….και η υποψία ότι ίσως και αυτός την έφερνε στο νου του….

Τον επίλογο της ιστορίας δεν τον γνωρίζει και αυτό ίσως να την τρομάζει! Όμως, όχι! Δεν θα το βάλει στα πόδια! Όχι αυτή τη φορά. Τώρα έχει διαφορετική υφή και η επιθυμία να την αγγίξει και να τη νιώσει υπερβαίνει το φόβο της. Άλλωστε “….δι’ λέου καφόβου περαίνουσα τν τν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.” Φυσικά αυτό ισχύει μόνο στις τραγωδίες, ωστόσο μη της το πείτε! Μη τη ξυπνάτε! Αφήστε την να ζήσει το όνειρο…. και ας ξυπνήσει σε έναν εφιάλτη.