Στο camping

Πάμε? Ναι – ναι πάμε! Έτοιμοι? Τελικά δε θα έρθω. Ε, αν δεν έρθεις, δεν θα πάω. Α, αν είναι έτσι, ούτε κι εγώ πάω! Παιδιά, σοβαρευτείτε! Πάρτε τις σκηνές, τα sleeping – bag και φύγαμε!

Κάπως έτσι αποφασίσαμε τη διήμερη απόδρασή μας σε μια παραλία της Κατερίνης. Συναντηθήκαμε, λοιπόν, στην πλατεία και αναχωρήσαμε, αφού φυσικά υπήρξαν και οι απαραίτητες καθυστερήσεις.

Φτάσαμε στην παραλία και αφού κάναμε δυο γύρους με το αυτοκίνητο καταλήξαμε στο camping “ΟΔΥΣΣΕΑΣ”. Πιάσαμε μια ήσυχη γωνία, όπου αρχίσαμε να στήνουμε τις σκηνές μας. Η δική μου ήταν ίδια με του Ρ. και ήταν πολύ εύκολη στο στήσιμο. Η Ι. και ο Κ. ήταν λίγο πιο άτυχοι και παιδεύτηκαν είκοσι λεπτά παραπάνω από εμάς. Κι εμείς οι υπόλοιποι, αντί να τους βοηθήσουμε, τους χαζεύαμε και κρυφογελούσαμε με την αδεξιότητα τους. Τελικά, η πολυμήχανη Ι. κατανόησε την πολυπλοκότητα της σκηνής και με τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις, ο Κ. την έστησε – ας πούμε.

Μόλις τακτοποιηθήκαμε, δεν χάσαμε χρόνο, πήγαμε στη παραλία για νυχτερινό μπάνιο. Η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ήμασταν μόνοι μας, μιας και ο καιρός δεν ήταν κατάλληλος για νυχτερινό μπάνιο. Είχε δυνατό αεράκι και κυματάκια – ή προβατάκια, όπως τα λένε μερικοί. Αράξαμε στις ξαπλώστρες, παρακαλούσαμε τον Ρ. και τον Κ. να βουτήξουν μαζί μας, καθώς ήμασταν αποφασισμένες, αλλά μάταια. Ήταν ανένδοτοι. Τέλος πάντων, πλησιάζαμε το νερό, μπαίναμε μέχρι το γόνατο και βγαίναμε για αρκετή ώρα, μέχρι να βουτήξουμε κανονικά. Αφού, λοιπόν, δροσιστήκαμε, καθίσαμε στις ξαπλώστρες. Οι άλλοι ζαχάρωναν κάτω από το φως των αστεριών κι εγώ ζαχάρωνα με τα γκοφρετάκια που έτρωγα.

Έπειτα από κάποια ώρα, επιστρέψαμε στο camping, κάναμε ντους, στρώσαμε μια κουβέρτα, βγάλαμε τα πεντανόστιμα σουβλάκια που έφερε η Ι. και τα σάντουιτς με αραβική πίτα που έφτιαξε ο Κ. Φάγαμε με πολλή όρεξη κι ύστερα ξεκίνησε μια συζήτηση που κράτησε για ώρα…

Η Ι. και ο Κ. αποσύρθηκαν στη σκηνή τους λίγο νωρίτερα από τους υπόλοιπους τρεις. Ακολούθησαν η Ν. και ο Ρ. και τέλος εγώ. Ήμουν τυχερή, καθώς οι σκηνές μας ήταν κάπως μικρές, μόνη μου, είχα την άπλα μου. Κοιμήθηκα αμέσως.

Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε νωρίς, από τις φωνές της Ν. “ειιι, ειιι”. Πήγαμε σχεδόν αμέσως στην θάλασσα, δροσιστήκαμε, γυρίσαμε, μαζέψαμε τα πράγματά μας και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Γι’ αυτό που πραγματικά ήθελα να μιλήσω, είναι ένα ζευγάρι που ήταν δίπλα μας στο camping. Πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα. Ήταν οι δυο τους σ’ ένα τροχόσπιτο, που είχαν πολύ όμορφα στολισμένο με λουλούδια και κοχύλια. Από μπροστά στέκονταν δυο καρέκλες και ένα τραπεζάκι, πάνω στο οποίο τρεμόπαιζαν αναμμένα κεράκια. Απολάμβαναν μπύρα, ενώ ελαφριά Blues ακουγόταν από ένα ραδιόφωνο που είχαν μαζί τους. Υπήρχε πολλή αγάπη εκεί και “έκλεψα” κι εγώ λίγη από τη δική τους – ή και όχι.

Advertisements